Η ποδιά της ήταν από αλατζά, μολυβί ξεθωριασμένη από τα πολλά πλυσίματα. Μοσχομύριζε και πάντα ήταν καλοσιδερωμένη. Την έδενε σφιχτά όταν έμπαινε στην κουζίνα, τέντωνε τη λεπτή ζώνη για να μπορέσει να φτάσει να δέσει την τροφαντή της μέση. Είχε ήδη τελειώσει με τις άλλες δουλειές, μόνο τα της κουζίνας απέμεναν. Στα μέσα δωμάτια οι διάφανες κουρτίνες κάλυπταν τα παράθυρα, σημάδι ότι ήταν έτοιμο το δωμάτιο, τακτοποιημένο και πεντακάθαρο, τα δρύινα πατώματα μοσχοβολούσαν παρκετίνη. Έπλενε γρήγορα τα χέρια της, τα σκούπιζε με δυο κινήσεις πάνω στην ποδιά, τα αποτυπώματα μέναν για ώρα αριστερά και δεξιά. Τα χέρια της ήταν φουσκωτά, το δέρμα γυαλιστερό από την πολλή λάτρα που τόσα χρόνια έκανε στο σπίτι της στην Πετρούπολη και στα ξένα σπίτια του κέντρου της Αθήνας. Η Δέσποινα που ερχόταν σπίτι μας Τετάρτη και Παρασκευή για χρόνια και χρόνια, προτού φύγει αργά το μεσημέρι, τελευταία της δουλειά ήταν να μας λούσει, την αδερφή μου κι εμένα, σκυμμένες μπροστά στον νιπτήρα του μπάνιου, με πράσινο σαπούνι και να ξεπλύνει τα μακριά μας μαλλιά με ξίδι – έτριζαν στο τέλος.

Ανάμεσα στις δουλειές του σπιτιού και στις κοριτσίστικες κόμες μεσολαβούσαν οπωσδήποτε δύο φορές τον μήνα οι κεφτέδες. Για εκείνη ήταν ένα παιχνιδάκι, έτσι τουλάχιστον έμοιαζε. Έτριβε το κρεμμύδι με τόσο γρήγορες κινήσεις στο λεκανάκι, πού και πού έστρεφε το κεφάλι προς τον ώμο της και, σηκώνοντας το μπράτσο, μπορεί να σκούπιζε τα δακρυσμένα της μάτια. Ψιλόκοβε τον δυόσμο, όχι βέβαια ακουμπώντας τον σε επιφάνεια κοπής –αν της έλεγα ποτέ τη διατύπωση, θα γέλαγε ξεκαρδισμένη–, αλλά στον αέρα, πάνω από τη λεκάνη. Όσα φυλλαράκια είχαν απομείνει στα δάχτυλά της τα έσπρωχνε με την πίσω πλευρά της λάμας να πέσουν κι αυτά στο μείγμα. Αλάτι, πιπέρι, ελαιόλαδο, μπορεί να ’βαζε και λίγες σταγόνες ξίδι. Τους ζύμωνε –κι αυτό στο πι και φι–, αλεύρωνε και τίναζε, και η συνέχεια είναι η γνωστή. Είναι; Ποτέ δεν καταφέραμε να φτιάξουμε τους κεφτέδες της Δέσποινας, να τους μιμηθούμε μόνο, καταλήγοντας: «Καλοί γίνανε, αλλά όχι σαν της Δέσποινας». Τραγανοί απέξω μέχρι ξεροψημένοι, και μέσα κρουστοί αλλά όχι πλαδαροί. Με τις μυρωδιές τους καλά ζυμωμένες, να προκύπτουν φυσικά όσο και οι κινήσεις της, σίγουρες, γρήγορες όταν τους ετοίμαζε και τους τηγάνιζε, γυρνώντας τους μία φορά μόνο με τη βοήθεια ενός πιρουνιού.

Καλοκαίρι εμείς μόνο τους φτιάχνουμε. Δεν ξέρω να πω τον λόγο. Ίσως γιατί τότε καταφεύγουμε συχνότερα στις παιδικές αναμνήσεις; Μπα… Μάλλον ο λόγος είναι πιο πρακτικός: για να ’χουμε δίπλα μια ωραία ντοματοσαλάτα και στο ζουμί της να βουτάμε τον κομμένο κεφτέ – το βράδυ, από όσους από το μεσημέρι περίσσεψαν.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Αυγούστου, τεύχος 172.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών