Μια φόρα κι εναν καιρό, η μαμά μας έβαλε να γράψουμε γράμμα στον άγιο Βασίλη. Εκείνη την εποχή, στις αρχές του Δημοτικού, όπως πολλές συμμαθήτριές μου, έκανα κι εγώ συλλογή με αλληλογραφίες. Διάλεξα μία από τις αγαπημένες μου, με φιγούρα της Σάρα Κέι και ασορτί φάκελο, και με τα καλύτερά μου γράμματα γέμισα το χαρτί επιθυμίες. Δεν θυμάμαι τι ζήτησα, θυμάμαι όμως ότι αντιμετώπισα το θέμα σαν μια άσκηση γραφής και τίποτα περισσότερο. Ηδη είχα αμφιβολίες για την ύπαρξη αυτού του γενειοφόρου και ξενόγλωσσου αγίου, με τον οποίο δεν είχα και καμία εξοικείωση, αφού -αντίθετα με τους αμερικανούς- ο δικός μου μπαμπάς ποτέ δεν ντύθηκε στα κόκκινα για να παίξει αυτόν τον οσκαρικών προδιαγραφών ρόλο. Ασε που με προβλημάτιζε και κάτι άλλο: το σπίτι μας στην Αθήνα δεν είχε τζάκι.
Στο χωριό πάλι είχαμε τη μασίνα, μια μεγάλη ξυλόσομπα από αυτές που μπορούσες να ψήσεις και φαγητό. Οσο εύπιστη και αν ήμουν, δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι ο κοιλαράς αυτός κύριος μπορεί να περάσει από το μπουρί τους.
Εκ των υστέρων έμαθα ότι κάποιοι γονείς είχαν λύσει αυτές τις σπαζοκεφαλιές με διάφορα τερτίπια: άφηναν λόγου χάρη την μπαλκονόπορτα μια χαραμάδα ανοιχτή. Οι παππούδες μου, όμως, στο σπίτι των οποίων περνούσαμε τα Χριστούγεννα, δεν βρήκαν το λόγο να το κάνουν. Είχαν μεγαλώσει με άλλους μύθους, δεν στόλιζαν δέντρο στην εποχή τους, δεν ήξεραν για γάλα και κουλουράκια, που πρέπει να αφήσεις ως φίλεμα, ούτε καλά- καλά για δώρα δεν ήξεραν. Οι άνθρωποι του χωριού είναι πρακτικοί: χρήματα σου έδιναν για τα κάλαντα και για να σου ψωνίσει η μαμά ό,τι χρειάζεται. Χρήματα και γλυκά.
Αυτά ήταν καθιερωμένα: ένα ταψί μπακλαβάς, ένα καταΐφι και ένα τηγανίτες. όχι αυτές οι μικρές που γίνονται στο τηγάνι και πασπαλίζονται με ζάχαρη, ούτε οι αμερικανικές που σερβίρονται με σιρόπι σφενδάμου. Οι δικές μας ήταν πλατιές, σε μέγεθος ενός μεγάλου ταψιού, και παραδοσιακά γίνονταν πάνω σε μια επίπεδη, πυρωμένη πέτρα. Επεφτε ο χυλός επάνω και άπλωνε όπως η κρέπα, αλλά πιο χοντρός. Στοίβαζαν τη μία τηγανίτα πάνω στην άλλη μέσα στο ταψί και ανάμεσά τους πασπάλιζαν τριμμένα καρύδια. Στο τέλος τις σιρόπιαζαν. Τα κομμάτια τα έκοβαν όπως του μπακλαβά. Τα ταψιά με τα γλυκά τα φύλασσαν σκεπασμένα με πετσέτα στον οντά, που ήταν ένα δωμάτιο ξέχωρο από την κουζίνα. Επειδή δεν το χρησιμοποιούσαμε, δεν άναβαν τη σόμπα και ήταν μόνιμα παγωμένο – καλύτερα και από κελάρι δηλαδή. Μόνο που, για να κεράσουμε τους επισκέπτες, έπρεπε να πάρουμε το πιατάκι και το πιρουνάκι από την κουζίνα, να φορέσουμε το μπουφάν και να βγούμε στο κρύο.
Το ίδιο επαναλαμβανόταν σε κάθε σπίτι. Η ίδια τριλογία σιροπιαστών, η ίδια τελετουργία. Ούτε καν διανοούνταν να παραλλάξουν το μοτίβο, βάζοντας για παράδειγμα αμύγδαλα αντί για καρύδια. Θα εθεωρείτο ιεροσυλία. Μπορώ να πω, όμως, ότι έχω δοκιμάσει τόσα καταΐφια, που γνωρίζω πια από τη μυρωδιά εάν θα μου αρέσουν. Το καλύτερο που έχω φάει μου το κέρασε η Σοφία, η μητριά του μπαμπά μου. Είχε μόλις «βγει» στο χωριό από τα γιάννενα και είχε φέρει μαζί της σε τάπερ το καταΐφι. Ενα στραπατσαρισμένο κομμάτι βγήκε στο πιάτο, με όψη σαγρέ από το αποτύπωμα του καπακιού. Από το στρίμωγμα είχε πάθει μετάλλαξη. Το σιρόπι είχε ποτίσει το είναι του και κάθε μπουκιά ήταν απόλαυση. Αυτό το καταΐφι, λοιπόν, έγινε το μέτρο σύγκρισης για όλα τα επόμενα της ζωής μου. Και επειδή, δυστυχώς, «η γεύση έχει μνήμη», όλα τα βρίσκω να υπολείπονται.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γλυκές Ιστορίες, τεύχος 37.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Άρθρα

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών