Με την Εύβοια δεν με συνδέει άμεσα τίποτα. Ούτε οικογενειακά, ούτε επαγγελματικά. Οι παιδικές μνήμες των καλοκαιριών στα βόρεια θέρετρα και στα ψαροχώρια και οι εφηβικές αναζητήσεις στις «άγριες» τότε παραλίες του Αιγαίου, ξεθώριασαν. Αλλά και ο γκρίζος καπνός που μεταφέρθηκε αυτές τις μέρες από τον αέρα και κάθισε πάνω από τα θεσσαλικά αμπελοτόπια, ίσως δεν είναι αρκετός να με κάνουν να σηκωθώ και να πάω να βοηθήσω στον «πύρινο πόλεμο», ζώντας και πάλι τις προ 20-30 ετών μάχες στο Καπανδρίτι, στο Πολυδένδρι, στις Αφίδνες όπου δούλευα τότε. Στέλνω μηνύματα σε φίλους που είναι καλά ευτυχώς, ανταποδίδοντας τα δικά τους μηνύματα συμπαράστασης (τρία-τέσσερα φέτος, χάσαμε το μέτρημα) για τις δικές μας πληγές της κλιματικής κρίσης από πλημμύρες, χαλαζοθύελλες, ανεμοστρόβιλους, παγετούς, ξηρασία αλλά και το σεισμό. Αν το κλίμα ήταν κρασί, σίγουρα δεν θα ήταν ισορροπημένο… Σε όλο τον κόσμο το συναντάμε πλέον, αλλά σ’ αυτό το μικρό πολύπαθο κομμάτι του πλανήτη, η καλλιέργεια της γης από μόνη της κατέληξε ένα διαρκές κυνήγι επιβίωσης. Και τώρα αυτό, πιο έντονο, πάλι και πάλι, το χειρότερο όλων, οι καταστροφικές πυρκαγιές, να καλύπτουν όλη τη χώρα…

Ο ελληνικός αμπελώνας και το ελληνικό κρασί έχουν πληρώσει κατά καιρούς βαρύ τίμημα με αλλεπάλληλες ζημιές από καιρικά φαινόμενα, ακόμη και από καταστροφικές πυρκαγιές τόσο σε αμπελώνες όσο και σε οινοποιεία. Κι αυτό, παρόλο που οι αμπελώνες ιστορικά αποτελούσαν φυσικές αντιπυρικές ζώνες γύρω από τους οικισμούς καθυστερώντας μεγάλες πυρκαγιές και δίνοντας χώρο και χρόνο για την κατάσβεσή τους. Στην Αττική, στη Βοιωτία, στην Εύβοια, στην Πελοπόννησο και αλλού, για χιλιετίες το αμπέλι συγκατοικεί με το πεύκο. Τα πευκοδάση καίγονται και ξαναδημιουργούνται. Το αμπέλι έπαιζε το ρόλο του συμβιβαστή ανάμεσα στην ανθρώπινη δραστηριότητα και στο δάσος. Εδώ και δεκαετίες ξεριζώθηκαν τα πάλαι ποτέ μεγάλα αμπελοτόπια της Αττικής, τα μικρά αμπέλια γύρω από το χωριό, το μικρό αμπελάκι γύρω από το σπίτι, μπήκαμε με τα σπίτια μέσα στο δάσος χωρίς να πάρουμε καν το αμπέλι μαζί -πώς  θα μπορούσαμε άλλωστε- και χάθηκαν όλα…

Στις τωρινές πυρκαγιές, δεν είχαμε σημαντικές καταστροφές σε αμπελώνες, η μάχη δόθηκε κατευθείαν μεταξύ ανθρώπου και -φλεγόμενου- δάσους. Είχαμε όμως μια σημαντική παράπλευρη, πικρή, απώλεια…

Το πιο παραδοσιακό αλλά και πιο γνωστό διεθνώς ελληνικό κρασί είναι η ρετσίνα. Παράγεται με προσθήκη φυσικής ρητίνης πεύκου (ρετσίνι) κατά τη ζύμωση του μούστου για φυσικό αρωματισμό. Για χιλιάδες χρόνια το ρετσίνι είχε και άλλο ρόλο, αφού προστάτευε τα ελληνικά κρασιά, άλλοτε ως μέσο σφράγισης των αμφορέων στα θαλασσινά μεγάλα ταξίδια, άλλοτε ως φυσικό συντηρητικό. Το ρετσίνι κάποτε μαζευόταν όπου είχε πευκοδάση, με πρωταγωνιστή την Αττική. Τα τελευταία χρόνια, στη συντριπτική του πλειοψηφία προερχόταν από τη Βόρειο Εύβοια με πάρα πολλές χρήσεις. Εκεί, οι ρητινοσυλλέκτες δούλευαν μέσα στο δάσος από την άνοιξη μέχρι αργά το χειμώνα. Εργάτες και ταυτόχρονα φύλακες του δάσους. Πολλοί από αυτούς ήταν οι νέοι που είδαμε αυτές τις μέρες σαν σκιές μέσα στη φλεγόμενη νύχτα, με τις κλάρες και τα λάστιχα μπροστά στις εισόδους των χωριών τους. Έχασαν το βιος και τη μισή ζωή τους στο δάσος και προσπαθούν, και τώρα ακόμη, να σώσουν τις περιουσίες των συγχωριανών τους. Ούτε εμείς που το κρασί είναι η ζωή μας δεν ξέραμε καλά-καλά για τον κόπο και τη δουλειά τους. Κι ας τρέχουμε σε άλλες χώρες να δούμε πώς διαχειρίζονται τα δάση για την ξυλεία, για την κατασκευή βαρελιών, για την παραγωγή φελλών, για τη συλλογή καρπών για αρωματισμένα κρασιά και αποστάγματα. Και δώστου να παρατηρούμε τους άλλους πώς προστατεύουν και αναδεικνύουν εκεί το φυσικό τους περιβάλλον, σαν παράγοντα μιας αειφορικής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, που μπορεί να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και να αποτελέσει ταυτόχρονα κοινωνικό αγαθό.

Το δάσος αυτό δεν ήταν διακοσμητικό, έδινε ζωή και εισόδημα σε όλον αυτό τον ευλογημένο τόπο, τόσο για το ρετσίνι, όσο και για τα μελίσσια, την κτηνοτροφία, τον τουρισμό κι ένα σωρό δραστηριότητες.

Η τελετουργία της συλλογής του ρετσινιού έπρεπε να αποτελεί παράδειγμα ουσιαστικής και κυριολεκτικής πράσινης ανάπτυξης, μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, εθνικό πλούτο και αξιοθέατο -και ως τέτοιο να προστατεύεται. Το δάσος αυτό δεν ήταν διακοσμητικό, έδινε ζωή και εισόδημα σε όλον αυτό τον ευλογημένο τόπο, τόσο για το ρετσίνι, όσο και για τα μελίσσια, την κτηνοτροφία, τον τουρισμό κι ένα σωρό δραστηριότητες. Τα ελληνικά δάση όπως αυτό, δεν μπορεί να θεωρούνται απλά παράπλευρες απώλειες στη διάσωση περιουσιών. Είναι ανεκτίμητης αξίας δημόσια περιουσία, όχι μόνο κρατικής αλλά και του κάθε πολίτη και έτσι πρέπει να διαχειρίζεται -πάντα και όχι μόνο την ώρα της καταστροφής, που είναι ήδη αργά. Η οικολογική και οικονομική ζημιά είναι ανυπολόγιστη και για μια τουλάχιστον γενιά, αν όχι για πάντα, μη αναστρέψιμη. Το ελληνικό κρασί κλαίει βουβά που χάνει ένα μεγάλο κομμάτι από το διαχρονικό ταίρι του: τα πιο «καυτά», τα πιο «πικρά», τα πιο αρωματικά, τα πιο αγαπημένα του «δάκρυα»…

Τα ελληνικά δάση όπως αυτό, δεν μπορεί να θεωρούνται απλά παράπλευρες απώλειες στη διάσωση περιουσιών. Είναι ανεκτίμητης αξίας δημόσια περιουσία, όχι μόνο κρατικής αλλά και του κάθε πολίτη και έτσι πρέπει να διαχειρίζεται -πάντα και όχι μόνο την ώρα της καταστροφής, που είναι ήδη αργά.

Πάει καιρός που έχω να πάω στη Βόρεια  Εύβοια. Κάποτε αποτελούσε την εναλλακτική διαδρομή για να αποφύγω την άχαρη διαδρομή της εθνικής Αθηνών-Λαμίας. Από κει έστελνα κι όλους τους ξένους φίλους που ήθελαν να δουν την ηπειρωτική Ελλάδα. Ή μέσα από τα βουνά της Πίνδου, αλλά οι βορειοευρωπαίοι δεν ήθελαν μόνο βουνά, ήθελαν και να βουτούν στη θάλασσα. Μια δρασκελιά με το φέρι απ’ την Αρκίτσα ή τη Γλύφα και τσουπ, χανόσουν μέσα στο πυκνό πευκοδάσος. Πυκνό, πολύ πυκνό, αλλά όχι παρθένο. Το δάσος αυτό, καμένο και ξαναφυτρωμένο από μόνο του σε κάποια σημεία, με «κρυμμένη» ζωή μέσα του, το ένιωθες όχι άγριο, αλλά οικείο, φιλικό, σαν κατοικίδιο ένα πράγμα. Και το αυτοκίνητο ή η μηχανή, κυλούσε στο φιδίσιο δρόμο, πότε από Ροβιές και Λίμνη, πότε από Πευκί, Βασιλικά και Αγία Άννα και πότε στις μαγικές διαδρομές μέσα από χωριά όπως Κρυονερίτες, Δρυμώνα με τους καταρράκτες, Κουρκουλοί και δεκάδες άλλα, που τα μάθαμε τώρα μόνο, που η φωτιά μπήκε μέσα στις αυλές των σπιτιών τους. Αυτά τα ονόματα θα έπρεπε να τα γνωρίζουμε όλοι σαν τα «grands crus», τα μεγάλα… πευκοτόπια, των «δρόμων του ρετσινιού». Δεν άκουσα ποτέ αυτόν τον όρο. Τον χρησιμοποιούσα, βλέποντας τα «πληγωμένα» δέντρα, όχι από τη φωτιά αλλά από το πελέκημα των ρετσινάδων για να δώσουν τον παχύρρευστο θησαυρό τους. Κάποτε ήθελα να το προτείνω, να γίνουν πραγματικότητα και να αξιοποιηθούν οικοτουριστικά οι «δρόμοι» αυτοί. Έμεινε κι αυτό στο κουτάκι των επιθυμιών που δεν πραγματοποιούνται, αλλά που τα ζεις στα όνειρά σου. Κι έτσι δε χάνονται ποτέ. Κάποια στιγμή ίσως γίνει. Κι αν δεν τους πούνε «οι δρόμοι του ρετσινιού», ίσως το πουν «οι δρόμοι των “δακρύων”». Αλήθεια θα είναι.

Μέχρι τότε ας έχουμε τα μάτια ανοιχτά προστατεύοντας και αναπτύσσοντας τα δάση και τον πλούτο που αυτά μας δίνουν. Και να σώσουμε τις «περιουσίες μας». Τις «γκουρμεδιές μας», που λεν κι οι γαστρονόμοι. Τα ρετσίνια. Και τα μελίσσια. Και τη ρίγανη. Και το τσάι. Και τα μανιτάρια. Και τα φρούτα του δάσους. Αλλά και τα ζώα του δάσους. Του κάθε δάσους. Κι ας πιούμε μια κρύα ρετσίνα απόψε. Είναι αναψυκτική, σαν μέντα, ξέρετε η ρετσίνα. Βγάζει και τερπένια. Πιο πολλά κι απ΄το μοχίτο. Κι ας μην την πίνουμε πια. Κι ας μην τη φτιάχνουμε. Αλλά μήπως είναι ευκαιρία; Φεύγω, τρέχω στη Βόρεια Εύβοια να βρω ρετσίνι. Grand cru. Δε θα σας πω το χωριό. Αλλά μια βουτιά στους καταρράκτες θα την κάνω…

Ο Θάνος Καραθάνος είναι χημικός-οινολόγος, αποσταγματοποιός και παραγωγός του παλαιωμένου αποστάγματος Puro.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών