ΕΞΟΔΟΣ

42 Bar.Athens

Η ιστορία, τα highlights, τα ποτά, τα νέα του πιο κλασικού από τα μοντέρνα μπαρ του κέντρου.

12.12.2016
Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος, Δημήτρης Βλάικος

Η ιστορία, τα highlights, τα ποτά, τα νέα του πιο κλασικού από τα μοντέρνα μπαρ του κέντρου.

 

 

Στην αρχή της Κολοκοτρώνη, στον μικρό παράδρομο που ανοίγει με τη μεταλλική, σκαλιστή ταμπέλα του «Κεντρικόν», απέναντι από το ομώνυμο παλαιό εστιατόριο, άνοιξε πριν από περίπου 6 χρόνια το «42». Ακόμα θυμάμαι την πρώτη εντύπωση: σαν να είχα τρυπώσει στο παράνομο μπαρ του Fat Moe στο «Once Upon A Time in America» του Σέρτζιο Λεόνε. Η γλυκιά μπουαζερί στους τοίχους, τα δερμάτινα καναπεδάκια, η λαμπερή μπάρα, τα vintage ποτήρια, το προσωπικό ντυμένο με γιλέκα, η μαύρη μουσική, όλα έδιναν έναν αέρα… ποτοαπογόρευσης στο μπαρ. Η δεύτερη εντύπωση, τη θυμάμαι κι αυτή: σαν να απέκτησε αδερφάκι το Galaxy της Σταδίου, μια ποδαλιά δρόμος χωρίζει τα δύο μπαρ, άλλη φιλοσοφία στα ποτά, αλλά κοινή η αίσθηση θαλπωρής και κλασικότητας.

Το «42» έγινε μόδα. Το μαγαζί φίσκα, ο πεζόδρομος έμπροσθεν κατειλημμένος χειμώνα-καλοκαίρι. Το κοινό 25+άρηδες, ψαγμένοι, με μια γενναία δόση σπρετσατούρας: κοστούμι με Nike και μακό, ποδήλατο, σνίκερ και κόκκινο κραγιόν. Να θυμίσω εδώ πως τότε ακόμα το facebook δεν «έφτιαχνε» μαγαζιά. Το περιβάλλον ήταν ο ένας λόγος της επιτυχίας του μπαρ, ο βασικότερος όμως ήταν τα ποτά. Μαζί με το Baba Au Rum και άλλα καλά μπαρ του άστεως διαμόρφωσαν το νέο κύμα, τη νέα αντίληψη για τα κοκτέιλ. Εδώ δεν ερχόσουν για να πιεις ένα απλό μοχίτο, αλλά για να εντρυφήσεις –αν είχες τη μούρλα– στον κόσμο των αποσταγμάτων και των αναμείξεων. Δυσεύρετα ρούμια, τζιν, κονιάκ, σπανιότητες σωρό, και έπειτα περίτεχνα συνονθυλεύματα με περίεργα σιρόπια, φρούτα, χειροποίητα blends.

Ο αλχημιστής κ. Χουσέας

Το «42» είναι δημιούργημα του Χρήστου Χουσέα. Στον χώρο των μπαρ βρέθηκε μάλλον από σπόντα. Πολίστας ήταν, επαγγελματίας από 13 χρονώ, με μισθό. Μια «ζημιά» στο γόνατο τον ανάγκασε να αλλάξει ρότα. Τα μπαρ προσέφεραν τότε εύκολο μεροκάματο. «Σου έλεγαν να βάλεις ένα κοντομάνικο και στα τρία ουίσκι το τέταρτο κέρασμα. Αυτό χρειαζόταν μόνο να ξέρεις». Περνά από διάφορα μαγαζιά, το Kibubu, το Σκουφάκι, σωτήριο έτος 1998. «Είναι η εποχή των Lagavulin, των νέων κοκτέιλ, των μοχίτο». Κάνει το φανταρικό του, δουλεύει στο Pairidaeza, στο Pecora Nera και μετά, το 2004, στο θρυλικό Guru. Παράλληλα, διάβασμα, ταξίδια, λίγα σεμινάρια και ξανά διάβασμα. Με τον Θάνο Προυναρού, συνάδερφό του στο Guru, ανοίγουν το 2009 το Baba Au Rum. Το οποίο πηγαίνει σφαίρα. Είναι η χρυσή εποχή των αθηναϊκών κοκτέιλ. Δεν περνά ενάμισης χρόνος και φεύγει. Βρίσκει τον δικό του χώρο, εκεί όπου ήταν το Cotton Club. «Τον πρώτο καιρό ήμουν χρεωμένος έως τον λαιμό. Δεν είχα λεφτά, έλεγα “ή θα τα βγάλω, ή θα πάω φυλακή”». Το μαγαζί πήγε καλά, όχι πως έβγαλε λεφτά, πριν από τρία χρόνια άρχισε να ρεφάρει. «Αυτό που μου άρεσε είναι ότι το ψάχναμε πολύ, είχαμε στήσει κανονικό εργαστήριο, με δοκιμές, πειράματα».

Εκτοτε τα cocktail bars πολλαπλασιάστηκαν. «Μπορεί να φτάσαμε σε μια υπερβολή, να χάσαμε λίγο το μέτρο, όμως κάτι θα μείνει από όλο αυτό. Εχουν μπει νέα παιδιά στη δουλειά, με ιδέες, φαντασία, που σπρώχνουν όλο το πράγμα μπροστά. Και εμείς είμαστε πλέον πιο ώριμοι, υπάρχει μια κεκτημένη γνώση που θες να την προσφέρεις στον φιλοξενούμενό σου. Σε τρία-τέσσερα χρόνια δεν θα υπάρχει μαγαζί στην Αθήνα που να μη σερβίρει πολύ καλό Negroni». Τα ποτά του ξεχωρίζουν σταθερά, έχουν γευστικό βάθος και διάρκεια, είναι ιδιαίτερα, τα θυμάσαι. Εχει ως πρότυπο την πυραμίδα των αρωματοποιών, κορυφή–μεσαία ζώνη–βάση, θέλει τα ποτά να έχουν ένα καλοδουλεμένο background. Mπορεί σε πρώτη φάση να μην το αντιλαμβάνεσαι, όμως δουλεύουν υπογείως. Φτιάχνει, ας πούμε, τα δικά του blends από διάφορα ποτά ανάλογα με το κοκτέιλ που θέλει να παρασκευάσει. Για παράδειγμα, αν ένα κοκτέιλ θέλει ρούμι, χρησιμοποιεί ένα μείγμα από 3-4 διαφορετικά ρούμια που βρίσκει ταιριαστά για το ποτό, προσθέτοντας ίσως και λίγο ουίσκι, cognac ή armagnac. Αυτό το blend είναι έτοιμο προς χρήση κάθε φορά. Επίσης, παρασκευάζει τα δικά του σιρόπια. «Φτιάχνω, για παράδειγμα, ένα σιρόπι δίκταμου με τσίλι, πολύ δυνατό, ώστε βάζοντας 2-3 ml να παίρνω το άρωμα που θέλω χωρίς να γλυκάνω το ποτό. Τα σιρόπια μου είναι εργαλεία αρωματικά». Μιλάει σαν χημικός, με βαθμούς, θερμοκρασίες, ισορροπίες.

Στο άμεσο μέλλον θα υπάρξουν αλλαγές στο «42». Θα αρχίσει να λειτουργεί πάλι όλη μέρα, θα στηθεί και μια κουζίνα στον πρώτο όροφο για brunch, σνακ, φαγητό. Επίσης, στο υπόγειο, θα φτιαχτεί ένας χώρος φιλοξενίας, ίσως πριβέ, ίσως ένα speakeasy μπαρ, θα δείξει. Και τα ποτά αλλάζουν λίγο, στην υφή κυρίως, γίνονται πιο πυκνά, πιο δεμένα. Δοκιμάστε το κοκτέιλ με παρμεζάνα και ανανά και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Στοιχεία ταυτότητας

• Ανοιξε 31 Μαρτίου 2011, 8 η ώρα το βράδυ. Σχεδόν Πρωταπριλιά.

• Το όνομά του προέκυψε από τη ραδιοφωνική σειρά του BBC και μετέπειτα βιβλίο του Douglas Adams «The Hitchhiker’s Guide to the Galaxy». «42» είναι η φαινομενικά σουρεαλιστική απάντηση που δίνεται στο έργο στην ερώτηση «Ποιο είναι το νόημα της ζωής;»!

• Μουσική: Συνοδευτική των ποτών και του στυλ. Jazz, soul, «μαύρη» μουσική κυρίως. Λίστες και DJs.

• Το μενού των ποτών είναι βασισμένο κάθε φορά σε ένα σενάριο, μια ιστορία, ένα ταξίδι.

• Τα κοκτέιλ του έχουν κατά μέσο όρο 15-17 (!) υλικά, κάτι που δεν αναγράφεται στον κατάλογο.

• Το κοκτέιλ που δεν γίνεται να ξεχάσεις: «Ρούμι-ρούμι-ρούμι-ρούμι-ρούμι»!

• Στα 5½ χρόνια λειτουργίας έχει σερβίρει περισσότερα από 300.000 ποτά! →

*Οι τιμές και το μενού των εστιατορίων είναι αυτά που ίσχυαν κατά τη χρονική περίοδο συγγραφής και δημοσίευσης του άρθρου και ενδέχεται να έχουν αλλάξει.

*Τα ρεπορτάζ αγοράς και τα προϊόντα που προτείνουμε στον Γαστρονόμο είναι επιλογές των συντακτών και δεν έχουν εμπορικό σκοπό ούτε αποφέρουν διαφημιστικό έσοδο.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών