ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΥΖΙΝΕΣ

Από τις διεθνείς και εγχώριες «τσιγγάνικες» συνταγές στη «γεύση του αρχείου»¹ και στην αναζήτηση της κοινωνικής ιστορίας

«Αν αναζητήσει κανείς τους Τσιγγάνους στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, θα τους βρει μονάχα στις υποσημειώσεις»

27.02.2021

ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΟ, ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΕΜΠ – ΣΧΟΛΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ

Όπως αποκαλύπτει η διάσημη Βρετανίδα ανθρωπολόγος Mary Douglas² , η συνάντηση μελών μιας ρόμικης οικογένειας καθώς τρώνε θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για συζήτηση και γνωριμία με την ιστορία των Τσιγγάνων; Προσωπικά, ως παιδί, ήμουν παρών σε κουβέντες γύρω από το κοινό τραπέζι, για την προσφυγιά των Ρόμηδων γονέων μου από τη Ρουμανία στην Ελλάδα, στις αρχές του 1950, καθώς και για την έξοδο του άλλου μεγάλου συγγενικού ρεύματος από την Κωνσταντινούπολη, λίγο πριν από την Καταστροφή του 1922. Οι γεύσεις που μετέφεραν οι γονείς μου και άλλοι Έλληνες αστοί Τσιγγάνοι εκ Ρουμανίας και Μικράς Ασίας περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, τη βασιλόπιτα, τη λεγόμενη ρουμανιστί «πλετσίντα» (τυρόπιτα), που την έχουν σχεδόν όλοι οι πρόσφυγες Τσιγγάνοι στην Ελλάδα, αλλά και το ρουμάνικο τσουρέκι, το «κοζονάκ», όπως ακόμα και μια παραλλαγή του μουσακά, με πατάτες στον φούρνο και ριγμένο χύμα πάνω τους τον καβουρντισμένο κιμά.

Χρόνια αργότερα, βρέθηκα να ξετυλίγω το κουβάρι της ιστορίας των Τσιγγάνων και το πώς έχει γραφτεί διαχρονικά. Έτσι λοιπόν, αυτό που θα περιγράψω είναι μια διαφορετική γεύση ιστορίας μέσα από τη μικρή εμπειρία μου στο Αρχείο, όπου γεύεται κανείς τη σκόνη αναδιφώντας σε έγγραφα, και τις οικογενειακές αφηγήσεις ζωής που παιδιόθεν άκουγα. Με αυτό το εγχείρημα ίσως γίνει φανερό το πόσο σύνθετη και πολυδιάστατη μπορεί να είναι η ιστορία και η ταυτότητα των Τσιγγάνων και συνάμα αλληλένδετη με τη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία.

Η άγνωστη ιστορία των Τσιγγάνων απέναντι στην Αυτοκρατορία των Αναπαραστάσεών τους
Το ερώτημα «ποιοι είμαστε;» που συχνά τίθεται σε περιόδους κρίσης για ανθρώπους, έθνη και λαούς θυμάμαι ότι μου το απηύθυνε πριν από πολλά χρόνια ένα σκηνίτης Τσιγγάνος, όταν εργαζόμουν σε ένα πρόγραμμα κοινωνικής ένταξης. Μάλιστα η ερώτησή του ήταν διατυπωμένη διαφορετικά: «Από πού είμαστε;» με ρώτησε. Έμεινα έκπληκτος για λίγο! Ανάλογα ερωτήματα έχουν προκαλέσει προβληματισμό και στον γράφοντα, και θα πρέπει κανείς να επιστρατεύσει ιστορικές γνώσεις για να δώσει τις δέουσες απαντήσεις. Ωστόσο, είναι η ιστορική επιστήμη σε θέση να εκφράσει μια ετυμηγορία; Δεν θα έγνεφα καταφατικά «ναι», και τούτο γιατί, όπως εύστοχα έχει ειπωθεί από την ομάδα των Ολλανδών ιστοριογράφων Wim Willems, Leo Lucassen και Anna Marie Cottaar, «αν αναζητήσει κανείς τους Τσιγγάνους στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, θα τους βρει μονάχα στις υποσημειώσεις»³.

Αυτή τη στάση της ιστορίας απέναντι στους Τσιγγάνους θα διατυπώσει ευφυώς ο κοινωνιολόγος Will Guy: «Η ιστορία αγνόησε τους Ρομ, καταφανώς», θα πει. Και πράγματι, από την εποχή της θέσμισής της σε ξεχωριστό κλάδο στα τέλη του 19ου αιώνα, η ιστορική επιστήμη δεν ασχολήθηκε με τους καθημερινούς ανθρώπους και, όταν αυτό έγινε πανηγυρικά μέσα από την Κοινωνική Ιστορία στη δεκαετία του ’60, ελάχιστες πάλι ήταν οι αναφορές στους Ρομ. Θα προσθέσει όμως στη συνέχεια το εξής: «[…] και όσοι ασχολήθηκαν με τους Ρομ αγνόησαν την ιστορία» (4). Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτή η δεύτερη σκέψη του, γιατί αναφέρεται στον τρόπο που έχει γραφτεί έως σήμερα η ιστορία των Τσιγγάνων, η οποία σε ένα μεγάλο μέρος της δεν ήταν παρά «ρομαντική φλυαρία όπου οι Τσιγγάνοι αντιμετωπίζονταν εθνοκεντρικά ως τα γραφικά παιδιά της φύσης που υποθετικά ήταν αδέσμευτα από τους περιορισμούς της πολιτισμένης ζωής».

Ας γυρίσουμε όμως λίγο πίσω… Αν οι γεύσεις και τα εδέσματα είναι κομμάτι της πολιτισμικής ιστορίας, του υλικού μας πολιτισμού, όπου συχνά μαρτυρούν διασυνδέσεις, επαφές και συναντήσεις σύμφωνα με τον ιστορικό Peter Burke (5), τέτοιες ανταλλαγές μπορεί να εντοπισθούν και στην περίπτωση των «τσιγγάνικων» εδεσμάτων, ως απόρροια των ιστορικών μεταναστευτικών διαδρομών και εγκαταστάσεων των Τσιγγάνων στον νεότερο ευρωπαϊκό και αμερικανικό χώρο (6) και όχι επειδή είναι οι ίδιοι ρομαντικοί περιπλανητές, όπως συχνά πιστεύεται. Ωστόσο συχνά διαπιστώνουμε ότι στους Τσιγγάνους/Ρομ/Γύφτους, ονομασίες που πρωτοδιατυπώνονται στο πλαίσιο της υστεροβυζαντινής κοινωνίας, αποδίδονται χαρακτηρισμοί όπως ο «Απόλυτα Άλλος», οι «απόβλητοι του κόσμου» ή ότι εκφράζουν τις πιο αντιπροσωπευτικές μορφές του «Παρία», που κάθε άλλο παρά συνάφεια και πολιτισμικές επαφές αποκαλύπτουν. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι γνωρίζουμε σε μεγαλύτερο βαθμό τους Τσιγγάνους μέσα από εικόνες που επικράτησαν στη λογοτεχνία και στην τέχνη ήδη από τον ύστερο Μεσαίωνα μέχρι και την εποχή μας στα ΜΜΕ, στον κινηματογράφο και στη μουσική. Αυτές οι φαντασίες περί των Τσιγγάνων που συνοδεύουν τη συγκρότηση της νεότερης ευρωπαϊκής συνείδησης συμπυκνώνονται σε τρεις εικονολογικούς άξονες: τον εξωτισμό, την απομόνωση και το θέαμα. Έτσι, οι Τσιγγάνοι αναπαρίστανται ως οι ευγενείς άγριοι, οι ποιητάρηδες της φύσης, οι εξωτικοί, και γι’ αυτό εικονογραφούνται στην ύπαιθρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στον χώρο της ζωγραφικής είναι ο πίνακας του Γάλλου Ασίλ Ζο «Η οικογένεια Βοημών σε ταξίδι» (1861), αλλά και του Γερμανού Ότο Μιούλερ «Οι Τσιγγάνες με τα ηλιοτρόπια» (1927). Δεύτερον, βρίσκονται απομονωμένοι στον δικό τους μικρόκοσμο, μακριά από την κυρίαρχη κοινωνία και τη ζωή της, είναι οι παρίες.

Ο δικός μας κορυφαίος φιλόλογος Ιωάννης Συκουτρής θα γράψει για τους Τσιγγάνους, σχολιάζοντας τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά, πως είναι «λαός χωρίς ιστορία». Και τρίτον, κάτι που είναι πολύ εντοπισμένο και στις μέρες μας, οι Τσιγγάνοι αναπαρίστανται μονάχα ως θέαμα, μέσα από το τραγούδι, τον χορό και τη μόδα. Αυτή η Αυτοκρατορία των Αναπαραστάσεων συνέβαλε στο να κατασκευαστεί η εικόνα των Τσιγγάνων ως ξένων, αντικοινωνικών και εγκληματιών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και προλείανε, όπως υποστηρίζεται, το έδαφος για τη ναζιστική Τελική Λύση.

Ο καιρός των Τσιγγάνων και η Νέα Ιστορία
Απέναντι στον διάχυτο ρομαντισμό που διαπερνά την εικόνα του Τσιγγάνου, ο οποίος καταντάει στυγνός φυλετικός ρατσισμός, χρειαζόμαστε πλέον τη συγγραφή μιας νέας ιστορίας περί των Τσιγγάνων, όπου, όπως ακριβώς οι γεύσεις και οι συνταγές προδίδουν μια αίσθηση πολιτισμικής ανταλλαγής και επιμειξίας, έτσι και αυτή η ιστορία να συνδέεται, με τον τρόπο που προτείνει ο ανθρωπολόγος Eric Wolf στο έργο του «Η Ευρώπη και οι λαοί χωρίς ιστορία», όπου τονίζει ότι «η ιστορία της Ευρώπης αλληλοσυμπλέκεται με τις ιστορίες των λαών που συμπεριέλαβε». Αυτή η αίσθηση μετοχής σε κάτι κοινό θα συμβάλει στην κοινωνική ένταξη των Τσιγγάνων στην Ευρώπη και στην οπισθοχώρηση της κοινωνικής τους περιθωριοποίησης. Προσωπικά, αυτή την αίσθηση μέθεξης σε μια κοινή μοίρα, στο ελληνικό ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά και ευρύτερα, την ψηλαφώ μέσα από τη διαδρομή των προσφυγικών μετακινήσεων της οικογένειάς μου: Βουκουρέστι, Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, Ήπειρος. Η ελληνική τσιγγάνικη ταυτότητά μου μπαίνει σε ένα ευρύτερο κάδρο, μεταφέρει πολιτισμό και μεταγγίζεται από αυτόν. Να είναι άραγε η οικογενειακή ιστορία με τη ματιά της βιογραφικής κοινωνιολογίας μια δίοδος επανεγγραφής των Τσιγγάνων στην Ιστορία;

Βιβλιογραφία 1. Farge A., «Η γεύση του αρχείου», Νεφέλη, Αθήνα 2004. 2. Douglas M., «Deciphering a Meal», Daedalus, 1972, Winter, Vol. 101, Νo 1, «Myth, Symbol, and Culture», σελ. 61-81. 3. Lucassen L., Willems W. και Cottaar A., «Gypsies and Other Itinerant Groups: A Socio-Historical Approach», Βρετανία: Macmillan, 1998. 4. Guy W., «Ways of Looking at Roma: The Case of Czechoslovakia», 1975. Diane Tong (ed.), «Gypsies, An Interdisciplinary Reader», 1998. 5. Βurke P., «Πολιτισμικός υβριδισμός», Μεταίχμιο, Αθήνα 2010. 6. Lucassen L. και Willems W., «Wanderers or Migrants? Gypsies From Eastern To Western Europe, 1860-1940» στο Cohen Robin (επιμ.), «The Cambridge Survey of World Migration», Kέιμπριτζ: CAE, 1995.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών