ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΥΖΙΝΕΣ

H Μαρίνα του Βλυχού

Με τις κατσαρόλες της έκανε περιουσία η Μαρίνα Λεμπέση, η ξακουστή ταβερνιάρισσα της Ύδρας, που μαγείρεψε την τύχη της με ατσαλένια δύναμη.

01.12.2020
Φωτογραφία: Δημήτρης Βλάικος

Η Μαρίνα Λεμπέση μας μαγείρεψε υδραίικο καπαμά, κοκκινιστό και αυγοκομμένο και καβουρμά.

«Τι να πούμε για τη ζωή μου; Θέλει ώρες να τελειώσει το βιβλίο αυτό, με τα βασανιστήρια που έχω περάσει. Γεννήθηκα στις Σπέτσες το 1943. Ήμασταν τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι. Η πρώτη πέθανε στην Κατοχή. Ο πατέρας μου ήταν κτηματίας. Σπέρναμε, θερίζαμε, αλωνίζαμε, μαζεύαμε ελιές, είχαμε αργαλειό. Από την ώρα που γεννήθηκα μέχρι σήμερα, δεν έχω καταλάβει στη ζωή μου να κάτσω. Επειδή ήμουν πρόθυμη και άξια και δεν έλεγα ποτέ όχι, οι γονείς μου με είχαν δεξί τους χέρι. Έπαιρνα τα γράμματα, αλλά ο πατέρας μου δεν με άφησε να πάω σχολείο. Μόλις πήγα στη Β’ τάξη, πέταξε τη σάκα μου στη φωτιά που ανάβαμε για να κάψουμε τα κλαριά στο βουνό. Του λέει τότε η γιαγιά μου, που ήταν η μαμή των Σπετσών και της είχα και το όνομα: “Άσε το κορίτσι να το σπουδάσω, να μου πάρει και την τέχνη”. Ο πατέρας μου όμως είχε άλλη γνώμη. Ήθελε να σπουδάσει το “παιδί”, το αγόρι, λες κι εμείς δεν ήμασταν παιδιά, ήμασταν σκυλιά. Με πήρε όμως η γιαγιά μου και με έγραψε στο σχολείο. Έβγαλα πάλι τη Δευτέρα, την Τρίτη και την Τετάρτη και είχα φτάσει πλέον 14 χρονών. Τότε πια ο πατέρας μου δεν με άφησε να συνεχίσω.

»Ο άντρας μου, Γιώργος Λεμπέσης, είναι Υδραίος. Τον γνώρισα όταν υπηρετούσε στις Σπέτσες και ερχόταν στο σπίτι μας κι έκανε μερεμέτια. Του άρεσα κι έφερε τη μάνα του και με ζήτησε. Ήμουν 19 χρονών. Παντρευτήκαμε κι ήρθα στην Ύδρα το 1962 και κάτσαμε με τα πεθερικά μου στον Βλυχό. Με δύο κουνιάδια ελεύθερα στο σπίτι, ήμασταν εφτά νομά σε ένα δωμά… σε δυο δωμάτια έξι άτομα. Σκοτώνεται κι ένας κουνιάδος συγχρόνως και μεγαλώνω και τα δύο ορφανά. Εγώ δεν γέννησα παιδί. Υιοθέτησα ένα κορίτσι που έχει τώρα πέντε εγγόνια. »Μ’ άρεσε η μαγειρική από μικρή. Όταν ήμασταν στις Σπέτσες, όλοι πηγαίναμε στα κτήματα και μία καθόταν πίσω και μαγείρευε κι έφερνε το φαγητό στο βουνό για να φάει η οικογένεια. Είχαμε μάθει από τη μητέρα μου ότι έπρεπε να μαγειρέψουμε καλά και να πλύνουμε καλά, αλλιώς έπαιρνε τα ρούχα από το σκοινί και τα έριχνε στο χώμα κι έλεγε “ξαναπλύν’ τα!”. Εγώ δεν δεχόμουν να με προσβάλλουν και προσπαθούσα να κάνω τέλεια το κάθε πράγμα.

»Όταν ήρθα στην Ύδρα, είχα μια πολύ καλή γειτόνισσα από την Πόλη, και αυτή μου έδειξε πολλά, πώς θα κάνω τα ντολμαδάκια κι άλλα. Την είχα σαν μάνα, με ορμήνευε και μου κράταγε και το μωρό. Ο Βλυχός τότε δεν είχε ούτε τα μισά σπίτια. Ούτε φως, ούτε νερό, ούτε τηλέφωνο. Εφτά χρόνια έκατσα με τις λάμπες με το πετρέλαιο και με το λυχνάρι. Πρωτόγονα πράγματα. Είχε ένα πηγάδι πιο πάνω και κουβάλαγα νερό. Όταν πρωτοείπα στον άντρα μου να ανοίξουμε μαγαζί, μόνο που δεν με έσφαξε. Τότε στις ταβέρνες μαζεύονταν όλο άντρες και πού να με αφήσει νέα κοπέλα. Έβαλα την πεθερά μου και του μίλησε. Την άκουγε τη μάνα του, γιατί είχε 13 παιδιά κι εκείνος ήταν το τελευταίο. Το μαγαζί το ανοίξαμε το 1963, μια ταβερνούλα με τέσσερις τσίγκους από πάνω. Στην αρχή δεν είχαμε τις δυνάμεις να μαγειρέψουμε καλά. Δεν είχαμε ούτε κατσαρόλες ούτε τηγάνια. Πιρούνια είχα μόνο τα έξι που μου είχαν κάνει δώρο στον γάμο κι άλλα πέντε που είχε η πεθερά μου, σιδερένια. Τα έτριβα με το σύρμα να φύγουν οι σκουριές και είχαν γίνει ψιλά σαν βελόνες. Τα πρώτα τραπεζάκια μου ήταν ψαροκασέλες, τις οποίες ο άντρας μου γυρνούσε ανάποδα και τους έβαζε πόδια. Άναβα τον φούρνο με τα ξύλα κι έψηνα, ζύμωνα ψωμί, είχα τις κότες μου, μαγείρευα κανένα κουνέλι, κανένα αυγουλάκι, καμιά πατάτα και πιάσαμε μαγιά. Μόλις έβλεπα την τράτα και καλάριζε δώθε, πήγαινα με μια λεκάνη, τους έδινα δυο δραχμές και μου τη γέμιζαν μαριδάκι. Έβγαζα και καμιά σαλάτα από το περιβόλι. Μετά από εφτά χρόνια ήρθε το ρεύμα και πήραμε τα πάνω μας. Δεν χρεώθηκα ποτέ, ό,τι φτιάξαμε το φτιάξαμε με τα χέρια μας. Ο άντρας μου είναι πολύ άξιος, δούλευε κι αυτός, αλλά πρωτοπόρος ήμουν εγώ. Πήρα και δίπλωμα για τουριστικό σκάφος, πήραμε βάρκα και τη δούλευα τη νύχτα, ό,τι κόσμο είχε ξεμείνει στο μαγαζί –γιατί τότε δεν βαστάγαμε ωράριο– τον πήγαινα μέσα (στο λιμάνι, στην Ύδρα). Πολλές φορές ξημέρωνε και δεν είχα πάει σπίτι ακόμα. Και σιγά σιγά κάναμε περιουσία, δόξα τω Θεώ. Όλα αυτά γιατί δούλευα μέρα νύχτα».

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών