«Ο Αύγουστος θέλει να ανέβουμε για πεύκα» έλεγα στο καλοκαιρινό ραπόρτο στον Γαστρονόμο. Ποιος να το ’λεγε πως μια φωτιά θα συντάρασσε αδυσώπητα το δάσος και θα παρέμενε αδάμαστη, με απέναντι τέρματα στις εκατέρωθεν θάλασσες, Ευβοϊκό κι Αιγαίο, για δέκα μέρες.
Άλλαξε ριζικά το τοπίο και χρειάζεται ανασχεδιασμός τώρα. Νέα ψαξίματα για τόπους και μεριές που να δουλεύουν σωστά. Που να ομοιάζουν με τη χλωρίδα και το μικροκλίμα εκείνων που πια δεν είναι. Που να κρατούν τη συνέχεια της νομής αδιατάρρακτη, να μη σπάσει η αλυσίδα.
Το φθινόπωρο είναι μια άνοιξη που δεν τα κατάφερε, μοιρολογάει ο ματαιόπονος εαυτός. Αν τον πιστεύαμε, δεν θα προσπαθούσαμε. Αν τον ακούγαμε, δεν θα παλεύαμε. Θα μέναμε από τώρα κλεισμένοι στο εργαστήρι, κλεισμένοι σε έναν κουκουλοφόρο χειμώνα, βάφοντας, επισκευάζοντας κυψέλες και καρφώνοντας τελάρα. Έχουμε όμως ακόμα δρόμο μέχρι εκεί. Πολλά καπνιστήρια δρόμο, που λέει κι ο Γκους. Κι έτσι σε αγροτικά και φορτηγά καβάλα στροβιλιζόμαστε σε έναν ακόμα γύρο.
Στα μέρη μου, σ’ αυτά που γυρίζω περισσότερο, σε Ηλεία, Αχαΐα, Αρκαδία, έχει να βρέξει από το Μάρτη. Στην αρχή το θέλαμε για να δουλέψουμε ανεμπόδιστα. Μα έπειτα το πράμα χειροτέρεψε. Τι λιτανείες, τι απειλές, τι χορούς της βροχής με τραγούδια εκστατικά και βρισιές.
Ανώνυμα απειλητικά τηλεφωνήματα σε μετεωρολόγους -τι φταίνε κι αυτοί οι έρμοι- να αλλάξουνε μυαλά. Όλα τα δοκιμάσαμε μα τίποτα. Το πράμα ήτανε απ’ εξαρχής χαμένο. Ο καιρός δεν είναι φωτιά να τον παλέψεις. Κάθεσαι και περιμένεις να ξεθολώσει το μυαλό του.
Κι έγινε το χώμα πέτρα. Κι οι λιγοστές γύρες του καλοκαιριού, στεγνές και δεύτερες. Κάποτε περνάγανε νερά τον Αύγουστο και ξεδιψούσαμε όλοι. Ζορίστηκαν τα μελίσσια, ζοριστήκαμε κι εμείς να τα κρατήσουμε.
Αλλού,πιο βόρεια, ήταν ως συνήθως πιο τυχεροί. Εκεί τις έχουνε φιλενάδες τις βροχές, άντε το πολύ να χορέψουνε, στα δύσκολα, μια Περπερούνα, ένα Ντουντούλε, και πέφτουνε εκείνες και τους κάνουνε τις χάρες κι ευχαριστιούνται. Μεγαλώνω όμως το πλάνο και βάζω μέσα κι εμάς τους άβρεχους και τους ψιχαλισμένους για να νιώσουμε κάπως καλύτερα.
Οι τρεις μήνες του φθινοπώρου είναι μεγίστης σημασίας για τα μελίσσια. Ξεκινώντας από φυτά γυρεοδοτικά όπως οι σπαραγγιές και τα ψίλιθρα και μπαίνοντας στις βασικές νομές του πεύκου, κι ύστερα στο βγάλσιμο από τα δάση, στα κοκκινόρεικα και στις κουμαριές. Για να μπουν τα μελίσσια στα πευκοδάση είναι νόμος κι απαραίτητο να έχουνε περάσει από καλές γύρες, ώστε να έχουν ανανεώσει τον πληθυσμό τους, μιας και στα πεύκα θα παλέψουνε για μέλια και θα κουραστούν γρήγορα, να ‘χουνε τις καλοταϊσμένες νεαρές μέλισσες καθαρές κι ετοιμοπόλεμες.
Σε πολλά τέτοια δάση, ο πεύκος έχει σπουδαίους γειτόνους τα ρείκια, που με τις πικρές γύρες τους, φτιάχνουν τα μελίσσια κι αρωματίζουν το μέλι με το λεπτό νέκταρ τους. Μακάρι πάντα να βγαίνει από τις πόρτες.
Άλλος κοντογείτονας είναι ο κισσός. Τι γείτονας δηλαδή, που αυτός είναι συγκάτοικος, και μάλιστα μερακλής κι ωραίος τύπος. Βγαίνεις για δουλειές κι όταν επιστρέφεις, το σπίτι είναι συγιρισμένο και το φαΐ στην κατσαρόλα βράζει. Και τα αρκουδόβατα βέβαια. Τέτοια εποχή οδηγείς και δεν θέλεις να κλείσεις το παράθυρο, σε διαποτίζει αυτή η ζαλιστική ευωδία. Τις προάλλες ξεφορτώναμε κι όλη η πλαγιά μοσχοβολούσε αυτή τη μεθυστική υγρασία.
Κι είναι και η κουμαριά αργότερα, με τα πικρά άνθη της σαν καμπανούλες, χτυπάνε να συντομεύσουμε γιατί έρχονται τα κρύα και θα πουντιάσουμε κι εμείς κι οι μέλισσες.
Μιας και οι περισσότεροι χάσαμε το πρώτο «βάρεμα» το καλοκαιρινό του πεύκου, άλλοι γιατί δεν τους βοήθησε ο καύσωνας, άλλοι γιατί η φωτιά αφάνισε το δάσος που πηγαίναν, στρεφόμαστε έχοντας περάσει δια πυρός και σιδήρου στο δεύτερο «βάρεμα». Εδώ θα ρεφάρουμε. Με το καλό οι τρύγοι κι όταν βγούμε από τα πεύκα το Νοέμβρη, θα ‘χουμε πολλά να θυμόμαστε.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών