(Χριστίνα Παπαλαζάρου, συνταξιούχος αγρότισσα από την Πρωτόπαππα Ιωαννίνων, ετών 88.
Όλγα Παπαλαζάρου, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, ετών 64, κόρη της κ. Χριστίνας. Κάτοικοι Πειραιά)

– Πώς είναι, γιαγιά, τώρα με τον κορονοϊό;
Πώς να ’ναι πιδί μ’. Γέρασα, κοντεύω 90 χρονώ, πρώτ’ φορά βλέπω τέτοιο πράγμα. Την τηλεόραση τηνε κλειάω, να μη βλέπω, με πιάνει ένα άγχος, να εδώ. Θα νάπαιρνα τον παππού, θα πήγαινα στην πλατεία, θα πέρναγε η ώρα μου. Στο χωριό είναι όλες μέσα, η Ρήνα δεν βγαίν’, η Μαρίνα δεν βγαίν’, δεν πίνουν καφέδες, έχουν μάσκα στο στόμα. Δεν βγαίν’ η μία με τ’ ’ν άλλ’ τώρα, κανένας. Μόνες τους κάθονται μέσα. Τι αρρώστια είναι αυτή; Παλιά, όταν μας έπιανε η γρίπη, ρίχναμαν βεντούζες. Μόριχνε η θεία Κατέρω, τσ’ έριχνα κι εγώ, μ’ έτριβε και την έτριβα, κι ήμασταν μια χαρά. Εγώ φοβάμαι όχι για τον εαυτό μου, μη σας κολλήσω εσάς που είστε νέοι. Εγώ τα χρόνια μου τα ’χω, κι εγώ κι ο παππούς.

– Έχετε περάσει δύσκολα εσείς…
Το πιο δύσκολο που έχω περάσει ήταν με την Κατοχή. Ήμουν οκτώ χρονώ. Κι έρχονταν αεροπλάνα κι έξω στη ρούγα ήμασταν δέκα παιδιά, και μας μάζευαν μες στα υπόγεια, να μη μας σκοτώσουν τα αεροπλάνα. Δεν έριχναν στο χωριό, πήγαιναν κι έριχναν σε ένα βουνό που πααίναμε και βοσκάγαμε τις κατσίκες. Πείνασα σαράντα μέρες, δεν είχαμαν ψωμί να φάμε κι φώναζα κι ήλεγα της θείας Θοδώρως, που ήταν μεγάλη: «Θέλω ψωμί». Κι μου ’ληγε «μη στενοχωριέσαι, τώρα θα θερίσουμε». Είχαμαν στην χωραφιά κριθάρι και πήγαν και θέρισαν, κι αλέσαμαν και φάγαμαν. Στην Αθήνα έλεγαν ότι τους μάζευαν με τα καρότσια. Στο χωριό ήταν καλύτερα, είχαμαν τ’ν κατσίκα, τρώγαμαν γάλα, είχαμαν τσ’ κοτούλες, τρώγαμαν αυγά, μαζεύαμαν λάχανα απ’ τσ’ κήπ’ς. Αλλά εγώ ήμουν μικρή κι ήθελα ψωμί. Τόσο μόκοβε κι εμένα.

– Το Πάσχα πώς ήταν παλιά στο χωριό;
Εκείνα τα χρόνια, το Πάσχα δεν ψέναμαν αρνιά. Το Σάββατο πιάναμαν λειτουριές, ψωμί, και φτιάναμαν και δυο πίτες. Την πρώτη μέρα του Πάσχα τρώγαμαν πίτες. Τη δεύτερη μέρα φτιάναμαν κρέας στην κατσαρόλα. Όχι αρνί. Κρέας χοντρό, πρόβειο. Πήγαινε ο παππούς στα Γιάννενα και έφερνε κρέας, αργότερα ήρθαν στο χωριό κι οι χασάπ’δες. Δεν είχαμαν εμείς πρόβατα. Είχαν άλλοι κι έσφαζαν και παίραμαν. Έφτιανα φαγιά καλά. Να ’ταν η θεία ’Γγέλω να τα ’λεγε. Έφτιανα γιουβέτσι με ρύζι και τα πέτ’χαινα, έφτιανα πίτες, έφτιανα απ’ όλα και τώρα δεν μπορώ να φτιάκω τίποτας. Οι παντρεμένες έκαναν Πάσχα στο σπίτι τους και τη Δευτέρα πάαιναν στους γονέους τους, μαζί με τους άντρες τους. Τότε ήταν γλέντια, μάνα μου, χόρευαν έξω, όργανα έρχονταν. Οι παλιοί ήλεγαν ότι έβγαιναν από την εκκλησία το Πάσχα και χόρευαν στον Πλάτονα. Την Κυριακή το πρωί γινόταν αυτό. Χόρευαν όλες οι νέες αρματωμένες με τα φλουριά, με τα σιγκούνια. Μετά έρχονταν όργανα. Εγώ ήθελα χορό, αλλά ο παππούς δεν ήταν χορευτής. Έπαιρνα το πορτοφόλι μου, να δω την Όλγα στον χορό, να ανοίξω το πορτοφόλι μου να ρίξω στα όργανα λεφτά, κι αυτή έφευγε και πάαινε κι έπαιζε κολτσίνα με τον πατέρα τσ’ στο σπίτ’.

Ο. Π.: Επειδή έφτιαχναν τις πίτες από το Σάββατο, την Κυριακή το πρωί έβγαιναν έξω και χόρευαν με το στόμα, έπιαναν κύκλο και χόρευαν στην πλατεία. Αλλά τον καιρό τον δικό μου και σε όλες τις γιορτές έφερναν τα μαγαζιά κλαρίνα. Στο χωριό δεν είχαν έθιμο τον οβελία, τρώγανε πρόβειο κρέας. Δεν υπήρχε κρεοπωλείο, είχαμε χασάπηδες που έπαιρναν παραγγελίες. Του ’λεγες: Τι θα σφάξεις αύριο; Σου ’λεγε: Θα σφάξω γίδα. Κράτα μου κι εμένα ένα κιλό. Οπότε μάζευαν πρώτα τα ονόματα και μετά έσφαζαν, γιατί δεν είχαν πού να το διατηρήσουν. Αν δεν μάζευαν κόσμο να το πουλήσουν όλο, δεν έσφαζαν. Συνήθως το καλό φαΐ ήταν η πίτα. Το Μεγάλο Σάββατο έφτιαχναν οπωσδήποτε δύο πίτες για την Κυριακή, μία μακαρονόπιτα και μία λαχανόπιτα που τη λέμε εμείς, και τη δεύτερη μέρα μαγείρευαν το κρέας στη γάστρα με ρύζι ή πατάτες. Η πίτα ήταν όμως το κυρίαρχο, πάντα, και τα Χριστούγεννα, και την Πρωτοχρονιά, και το Πάσχα, στις Απόκριες, ήταν οι πίτες. Τσουρέκια δεν είχαμε, φτιάχναμε τα κουλούρια τα πασχαλινά τα γιαννιώτ’κα. Πάντοτε σε αυτές τις γιορτές η μάνα μου ζύμωνε ψωμί, το οποίο το έκανε σαν κουλούρα και, όταν καθόμασταν στο τραπέζι στην τάβλα, αυτό το ψωμί το τραβούσαμε εγώ και ο αδερφός μου, το πιάναμε από τη μέση και το τραβούσαμε, πριν ξεκινήσουμε το φαΐ, ανοίγαμε το ψωμί. Ο ένας από εδώ κι ο άλλος από εκεί, το κόβαμε όπου κοβόταν και μετά το κόβαμε σε μικρότερα κομμάτια. Αυτό ήταν έθιμο Πάσχα και Χριστούγεννα, το καλό ψωμί που λέγαμε.
Ένα άλλο έθιμο που θυμάμαι ήταν ότι, μόλις τρώγαμε το μεσημέρι του Πάσχα, αν είχε καλή μέρα, βγαίναμε στις ρούγες. Όλος ο κόσμος έβγαινε στις ρούγες. Εκεί έπαιζαν τις λομάδες, όλες οι μεγάλες γυναίκες, οι άντρες, όλοι έπαιζαν τις λομάδες. Κράταγε κάθε γυναίκα από μία πλακέ πέτρα ίση με δυο παλάμες, έβαζαν σε ένα σημείο ένα πετραδάκι και από πάνω λεφτά, κι από μακριά έριχναν τη λομάδα και αν πλάκωναν τα λεφτά, τα έπαιρναν. Υπήρχαν κάποιες γυναίκες στη γειτονιά μας που κράταγαν τη λομάδα όλο τον χρόνο, την καλή λομάδα. Ήταν μανιώδεις παίκτριες. Εκεί στις ρούγες, γύρω από τις λομάδες μαζευόταν όλος ο κόσμος του μαχαλά κι εκεί βλέπαμε και τις καινούργιες νύφες που έρχονταν στο χωριό, με τις πεθερές αγκαζέ. Εκεί μαθαίναμε ποιος αρραβωνιάστηκε, γινόταν το σούσουρο, η μία τσινούσε την άλλη, να αυτή είναι η νύφη του τάδε, αρραβώνιασε το παιδί. Όταν μάλιστα ήταν και ξενοχωρίτισσες…

– Γιαγιά, φέτος που θα μείνουμε το Πάσχα στην πόλη, τι θα κάνουμε;
Τίποτας, τι θα κάνουμε. Θα φάμε, θα πιούμε και κρασί, μια χαρά, μη στενοχωριέσαι. Τι να κάνουμε;
Αρκεί να φύγει αυτή η παλιαρρώστια, χρυσό μου.

Γλωσσάρι

Κλειάω: κλείνω
Πλάτονα: Εννοεί την πλατεία του χωριού, που την αναφέρουν συνήθως ως «Πλάτανο» ή και «Πλάτονα»
Χόρευαν με το στόμα: τραγουδώντας a cappella, χωρίς οργανοπαίκτες
Λαχανόπιτα: χορτόπιτα – λάχανα είναι τα χόρτα
Γιαννιώτ’κα πασχαλινά κουλούρια: με αμμωνία, αφράτα, στρογγυλά, μεγάλα και απλωμένα

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών