Ζήτησα από τους συναδέλφους μου στον «Γαστρονόμο» να γράψουν δυο πυκνές κουβέντες για το αφιέρωμα που ετοιμάσαμε αυτόν τον μήνα: τι απεκόμισαν, τι τους έκανε εντύπωση, πώς θα το περιέγραφαν.

«Τι μένει τελικά από τέτοιες εμπειρίες; Ότι το φαγητό της πατρίδας του ακολουθεί τον άνθρωπο, όπου κι αν μετακινηθεί. Ότι ο “ξένος”, ο “άλλος”, που λογίζεται κατώτερος και ενοχλητικός ή ακόμη κι επικίνδυνος επειδή έφυγε από την πατρίδα του (σχεδόν πάντα από ανάγκη), μιλάει μ’ εμάς την κοινή γλώσσα της ετοιμασίας του φαγητού, για να νιώσει οικειότητα στη νέα πατρίδα και να δηλώσει ποιος είναι. Τα πιάτα του τον συνδέουν για πάντα με τα χώματά του. Το μαγειρεμένο φαγητό είναι η οικουμενική πράξη προσφοράς, αγάπης και οικειότητας. Είναι ο καρπός της σπιτικής εστίας, όπου γης». Βιβή Κωνσταντινίδου

«Οι ιστορίες που ακούσαμε δεν ήταν όλες εύκολες. Οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές του αφιερώματός μας δεν ήρθαν στην Ελλάδα από επιλογή. Δεν έσκυψαν το κεφάλι όμως. Κατάφεραν μέσω του φαγητού να κρατήσουν ένα κομμάτι των αναμνήσεών τους και αυτών που άφησαν πίσω τους, και ταυτόχρονα να ριζώσουν στον νέο τόπο και να φέρουν εμάς, τους “γηγενείς”, σε επαφή με την κουλτούρα τους. Και αυτόν τον πλούτο –όλους αυτούς τους διατροφικούς πολιτισμούς– πρέπει, πλάι στον δικό μας, να τον υπερασπιστούμε. Πάση θυσία. Απέναντι σε κάθε κουβέντα για το “άλλο”, το “διαφορετικό”, να κατανοήσουμε επιτέλους ότι γύρω από ένα τραπέζι, όπως και σε κάθε άλλη στιγμή, είμαστε όλοι ίσοι». Λίνα Καπετάνιου

«Ήταν λες και μας περίμεναν. Κάθε μάγειρας και κάθε μαγείρισσα ζητούσαν μια ευκαιρία να μας παρουσιάσουν με καμάρι τις συνταγές του τόπου τους και τις ιστορίες που τις συνοδεύουν, γιατί αυτό είναι η ταυτότητά τους. Τους ρωτούσα τι είναι το katsuobushi, πώς χρησιμοποιούν τα φύλλα panda και την ατζίκα και μου απαντούσαν με τόση όρεξη, που καταλάβαινα ότι το είχαν από καιρό λαχτάρα να μοιραστούν μνήμες. Ήταν μια αφορμή να αναπολήσουν γεύσεις και πατρίδες. Μήπως αυτό δεν θα κάναμε κι εμείς αν βρισκόμασταν, για οποιονδήποτε λόγο, στην άλλη άκρη της Γης;» Νικολέτα Μακρυωνίτου

«Φίλος σκηνοθέτης μού είχε πει πριν από είκοσι χρόνια ότι, κατά τη γνώμη του, τα καλύτερα επαγγέλματα είναι των μουσικών και των μαγείρων. Γιατί σε όποιο μέρος της Γης κι αν σε πάει η τύχη ή η ατυχία σου, πάντα θα κουβαλάς μαζί σου την πατρίδα σου, αλλά και πάντα θα μπορείς να κάνεις και τους άλλους να τη δουν μέσα από τους ήχους ή τις γεύσεις σου. Αυτό ακριβώς ένιωσα μέσα από τις ιστορίες και τα φαγητά των ανθρώπων του έθνικ αφιερώματός μας». Μαρία Βασιλοπούλου

«Διερμηνέας ήταν το φαγητό σε αυτές τις πρώτες δυσνόητες κουβέντες μας με τους ανθρώπους που μας φιλοξένησαν. Όλοι μιλούσαν για την Ελλάδα και την Αθήνα με μια γλύκα. Διηγήθηκαν πόσο τους αρέσει η ζωή τους εδώ. Βρήκαν ελευθερία, καταφύγιο, έναν τόπο στον οποίο ταίριαξαν, λάτρεψαν τον καιρό. Μέσα από τις αφηγήσεις τους είδα την Αθήνα σαν την πιο ωραία πόλη, τη Γη της Επαγγελίας για πολλούς λαούς, τόσο αλλιώτικους, και αυτό ήταν πραγματικά συγκινητικό». Νένα Δημητρίου

«Το φαγητό ως μνήμη και ως ταυτότητα. Όχι ως σύνορο. Αυτό συμπεραίνω από τις απίθανες αυτές ιστορίες ανθρώπων που γνωρίσαμε. Στις γεύσεις δεν μπαίνουν διαχωριστικές γραμμές, δεν υπάρχουν ταμπέλες και πολιτικές σκοπιμότητες, δεν υπάρχουν φαγητά-πρόσφυγες και φαγητά-μετανάστες. Να ήταν έτσι απλά τα πράγματα και στη ζωή!» Xριστίνα Tζιάλλα

Να συμπληρώσω μόνο το εξής: Αυτή είναι η πόλη μας. Σκληρή ενίοτε, περίπλοκη, με σκοτεινές λεπτομέρειες, τις πιο πολλές φορές όμως τρυφερή και ανθρώπινη, και ανοιχτή. Ένα χαρούμενο τραπέζι η Αθήνα, στρωμένο με τα μεταξωτά μαντί-λάκια της κ. Βαλεντίνας, το ατζέμ πιλάφι της Τσιτσέκ, το pad thai της Νοκ, το κοτόπουλο tikka του Krishna, τα kofta του Magdi, τη muhammara του Χρήστου, τα awaze tibs της Tsehay, τα Άδανα κεμπάπ του Σεΐτ, το ceviche του Josué, το hirisi της Φεϊρούζ-Ελένης. Έφτιαξαν σπίτια και μαγαζιά εδώ, μια νέα ζωή. Χαμογελαστοί και νικητές, σαν τις κυρίες της αυλής στο εξώφυλλό μας. Τα μαγαζιά τους, ταπεινά, παστρικά, νοικοκυρεμένα, κρυμμένα τα περισσότερα σε λαϊκές γειτονιές, είναι μικρά τοπόσημα, φορείς νοήματος και ήθους. Αυτά επιλέξαμε, όχι τα λουσάτα. Στην αρχή μάς αντιμετώπισαν με καχυποψία, με αμηχανία, σαστισμένοι μας ρωτούσαν αν θέλουμε χρήματα (μεγάλο θέμα αυτό, ας το αφήσουμε για άλλη φορά). Μετά «λύθηκαν», μας άνοιξαν την πόρτα τους, έβαλαν πιάτο για μας δίπλα στο δικό τους και μαγείρεψαν με γενναιοδωρία τα αγαπημένα τους φαγιά, τα οικογενειακά τους, αυτά που έχουν τη μυρωδιά, το ύφος του τόπου τους. Αυτά μας έδωσαν, μαζί με ένα κομμάτι της καρδιάς τους. Ένα χαρούμενο τραπέζι, με ένα κρυμμένο τραύμα, μια λάμψη αυτογνωσίας.

*To άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Οκτωβρίου, τεύχος 162.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών