Ο Μογκολιός τρέχει κατάπάνω μου. «Τι πήρες στην αριθμητική, Βάγγο;». «Εφτά» του λέω. «Εσύ;». «Κουλούρα» μου λέει. Ακόμη το μηδέν είναι ανεξερεύνητη έννοια. «Πάω για μπάλα» μου λέει και τρέχει στην τσιμεντένια αυλή του 3ου Δάφνης, κλοτσώντας ένα κουκουνάρι. Τρεις κουλούρες περιέχει το παρατσούκλι του, οικείο σχήμα, μπορεί να μην τις έχει μετρήσει ποτέ. Ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν θορυβήθηκε με την «κουλούρα» είναι ότι του θυμίζει φαγώσιμο. Κουλούρα του μισού κιλού πουλάει ο φούρνος, κουλούρια ο κουλουράς, κουλουράκια φτιάχνουν οι μανάδες μας το Πάσχα, στρογγυλές είναι οι πίτες και τα ταψιά τους, στρογγυλά τα πιάτα του φαγητού και οι κατσαρόλες.

Κάθομαι στο τραπέζι και αρχίζω να ροκανίζω έναν στρουμπουλό λουκουμά, πασπαλισμένο με κρυσταλλική ζάχαρη. Σκέφτομαι τη μανία να θεωρούμε σημαντική την αλλαγή της δεκαετίας. 2020: έτος με δύο κουλούρες. Είναι η αρχή της νέας ή μήπως το τελείωμα της προηγούμενης; Βιαζόμαστε να ξαναρχίσουμε από το μηδέν, ζώντας μια ψευδαίσθηση, σαν να μηδενίζουμε το κοντέρ. Έχω μπροστά μου αυτόν τον υπέροχο λουκουμά, δυο ομόκεντροι κύκλοι με μπόλικο ψαχνό ανάμεσά τους. Τρώω σιγά σιγά τον εξωτερικό κύκλο, μένει ο εσωτερικός με το ξέφτιο από τις δαγκωνίτσες περίγραμμα. Τρώω και τον εσωτερικό. Σιγά, τι έφαγα; Ένα μηδενικό. Άλλη ψευδαίσθηση.

Και η κουλούρα γύρω από τη μέση μου να μεγαλώνει ανεπαίσθητα με κάθε μηδενικό που καταναλώνω. Και είναι πολλά τα μηδενικά κάθε μέρα.

 *Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Φεβρουαρίου, τεύχος 166.

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών
MHT