ΟΙΝΟΣ + ΠΟΤΑ

Ο ιστορικός αμπελώνας του Μυλοποτάμου

Στο Άγιον Όρος το κρασί ήταν πάντα ένα αγαθό απαραίτητο όχι μόνο για το νάμα της Θείας Κοινωνίας, αλλά και ως συμπλήρωμα της καθημερινής διατροφής των καλόγερων.

Φωτογραφία: Δημήτρης Βλάικος
Ο ιστορικός αμπελώνας του Μυλοποτάμου

«Τα μοναστήρια του Αγίου Όρους είναι θεία και ιερά οινοπωλεία Νηφάλιας Μέθης… Οι καλόγεροι διψάνε για τον Χριστό και τη Μέθη Του. Για την Αγάπη, για την πόση του Φωτός. Για τη γεύση κατέναντι του Ηλίου, του οίνου του λευκολαμπούς της Νηφάλιας Μέθης, τελικής του Θεού αεί επεκτεινομένης απολαύσεως».

Με μια ποιητική μεταφορά ο ιερομόναχος Συμεών καταδεικνύει την αξία του ευλογημένου οίνου και το πόσο συνδεδεμένος είναι με τη ζωή των μοναχών. Στο Άγιον Όρος το κρασί ήταν πάντα ένα αγαθό απαραίτητο όχι μόνο για το νάμα της Θείας Κοινωνίας, αλλά και ως συμπλήρωμα της καθημερινής –φτωχής σε θερμίδες– διατροφής των καλόγερων. Οι μονές έπρεπε να έχουν κρασί για τα δύο ημερήσια γεύματα που προσφέρουν στους προσκυνητές,αλλά και ρακή για το καλωσόρισμα των επισκεπτών. Εξάλλου, οι μοναχοί γνώριζαν τις θεραπευτικές ιδιότητες του κρασιού και,σύμφωνα με χειρόγραφο του 18ου αιώνα,το χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή μελανιού. Κι επιπλέον, ο οίνος ήταν το κυριότερο ανταλλάξιμο και εμπορεύσιμο προϊόν. Με αυτό οι μονές εξασφάλιζαν τα αγαθά που τους έλειπαν ή αποκτούσαν έσοδα. Γι’ αυτό οι κτήτορες –οι ιδρυτές των μονών– τις προίκιζαν με αμπελώνες, ώστε να είναι αυτάρκεις.

«Αμπελώνα καταφυτεύσαμεν λόγω νάματος και οίνου μεταλήψεως ένεκα των τε διά το του Κυρίου όνομα προσκαρτερούντων εν τη Λαύρα αδερφών και επιδημούντων ξένων», γράφει ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ιδρυτής της Μονής Μεγίστης Λαύρας, το 960. Ο κύριος αμπελώνας της μονής φυτεύτηκε στο Κάθισμα του Αγίου Ευσταθίου του Μυλοποτάμου, 4 ώρες πορεία από το μοναστήρι, με εκχέρσωση πετρώδους και δασώδους περιοχής.Η ονομασία οφείλεται σε νερόμυλους που υπήρχαν στο παρακείμενο ποτάμι.Το Κάθισμα είναι από τα αρχαιότερα εξαρτήματα της μονής και χτίστηκε από τον ιδρυτή της γύρω στο 973. Η επιλογή έγινε για καθαρά πρακτικούς λόγους.Η Λαύρα είχε λιμάνι μικρής χωρητικότητας και από ξηράς ο δρόμος ήταν μακρύς και δύσβατος. Έπρεπε λοιπόν να είναι αυτάρκης σε οίνο και οι μοναχοί να μη συναναστρέφονται κοσμικούς για την προμήθειά του.Τη χειρόγραφη διαθήκη του Αγίου Αθανασίου, όπου αναφέρει ότι κοπίασε πολύ για να χτίσει την εκκλησία και τα κελιά και να φυτέψει τα κλήματα στον Άγιο Ευστάθιο, υποστηρίζει πως είδε με τα ίδια του τα μάτια ο περιηγητής Μπάρσκι το 1725.

Οι ανάγκες της μονής για κρασί ήταν μεγάλες. Γύρω στο 1045 είχε περί τους 700 καλόγερους. Οι Λαυριώτες εμπορεύονταν το κρασί τους με πλοιάρια κι έφταναν έως την Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα με χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού ήταν απαλλαγμένοι από τον φόρο της δεκάτης. Λόγω των εμπορικών δραστηριοτήτων, όμως, είχαν προστριβές με τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος (1180-1195) τους ψέγει ότι «εφιλοσόφουν περί της αμπέλου αντί της θεολογίας».


Στο πρακτικό του 1321 αναφέρονται αναλυτικά οι αμπελώνες της μονής. Το 1433 ο σουλτάνος Μουράτ Β΄ κατάσχεσε τα πλοία και τις ιδιοκτησίες των μονών, αλλά οι Αγιορείτες κατάφεραν να τα ξαναγοράσουν.
Το 1527, το μετόχι του Μυλοποτάμου λεηλατήθηκε από πειρατές, τη μάστιγα όλων των μονών εκείνη την περίοδο. Η αύξηση της φορολογίας από τους Οθωμανούς μετά το 1600 αναγκάζει τις μονές να παίρνουν δάνεια από τους πλούσιους εμπόρους της Θεσσαλονίκης και να πουλάνε χειρόγραφα στη Δύση. Γύρω στο1623 η Λαύρα είναι σε απόλυτη φτώχεια, με πέντε έξι μοναχούς. Τους επόμενους αιώνες, όμως, ανακάμπτει και οι πλούσιοι αμπελώνες της αποδίδουν. Το 1677, ο Άγγλος κληρικός και λόγιος John Covel επισκέπτεται το μοναστήρι και σε μεγάλο δείπνο αναφέρει ότι προσφέρθηκαν «ψάρια, φασόλια, αγκινάρες, ελιές, χαβιάρι και κρασί, 20-30 γεμάτα ποτήρια στην καθισιά».Το 1889, ο Μυλοπόταμος ανακαινίσθηκε εκ βάθρων κι εκεί έμεινε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ΄ από το 1887 έως το 1901, οπότε επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο.

Το 1930, η καταστροφική φυλλοξήρα αναγκάζει τη Λαύρα να προμηθεύεται κρασιά από τη Σκόπελο και άλλα γειτονικά μέρη. Ο Ευλόγιος Κουρίλας ο Λαυριώτης κατηγορεί, όμως, και τους πατέρες πως άφησαν τα κλήματα απεριποίητα. Αναφέρει επίσης ότι στον Μυλοπόταμο ο σεβασμιώτατος Μελιτουπόλεως πέτυχε θαυμάσια ρακή με σπερδούκλες (ασφόδελους). Μετά από ζύμωση δύο εβδομάδων, τα έβαζε στον άμβυκα όπως τα σταφύλια. Μέχρι τη δεκαετία του ’70, η έλλειψη χεριών μετατρέπει τους περισσότερους αμπελώνες σε δάσος.

Το 1992 είναι η χρονιά-σταθμός στην ιστορία του Μυλοποτάμου. Με την άδεια της μονής και της Ιεράς Κοινότητας παραχωρείται στον πατέρα Επιφάνιο το Κάθισμα του Μυλοποτάμου για μακροχρόνια χρήση. Ο πατέρας Επιφάνιος είχε πάει πρώτα στη Μονή Αγίου Παύλου και μετά στο Σινά. Του έλειπε όμως η ενασχόληση με τη γη και έξι μήνες αργότερα επέστρεψε στο Άγιον Όρος. Η αγροτική του καταγωγή από τη Νικήσιανη της Καβάλας τον βοήθησε να αφουγκραστεί τις ανάγκες της γης και του ιστορικού κτήματος στον Μυλοπόταμο. Δούλεψε ασταμάτητα για την αναβίωση των αμπελώνων, αλλά και για την αναστήλωση του ερειπωμένου κτίσματος. Φύτεψε 50 στρέμματα Μerlot, Λημνιό, Cabernet Sauvignon, Ροδίτη, Μοσχάτα Αλεξανδρείας και Αμβούργου.

Οι βιολογικοί αμπελώνες είναι φυτεμένοι σε μια αμφιθεατρική πλαγιά που καταλήγει στη θάλασσα και αντικρίζουν τη συγκλονιστική κορυφή του Άθω. Είναι περιτριγυρισμένοι από οργιώδη φύση, δάση και διασχίζονται από το ποτάμι. Στην κορυφή ενός λόφου βρίσκονται τα κτίσματα του Καθίσματος. Είναι ένα σύμπλεγμα από το οινοποιείο, τις αποθήκες, την εκκλησία, χώρους εστίασης και φιλοξενίας και φυσικά τον ιστορικό πύργο του Μυλοποτάμου. Η φιλοξενία του πατέρα Επιφάνιου είναι απαράμιλλη. Ο επισκέπτης νιώθει να τον αγκαλιάζει η αγιορείτικη ψυχή σε όλο της το μεγαλείο. Και φυσικά το φαγητό από τα χέρια του γέροντα είναι εμπειρία ζωής.

Τα κρασιά του Καθίσματος είναι το λευκό, ροζέ και ερυθρό Μυλοπόταμος, το ημίγλυκο Οινομέλι, το αρωματικό Νάμα και το εξαίρετο Επιφανής. Ο πατέρας Επιφάνιος ήταν ο πρώτος που έβγαλε τα μοναστηριακά κρασιά έξω από τα όρια του Αγίου Όρους και άπλωσε τη φήμη τους σε όλο τον κόσμο.

«Οι παλιοί άφηναν τα στέμφυλα 40 μέρες, μέχρι να βγουν τα κουκούτσια στην επιφάνεια, και το κρασί γινόταν τόσο τανικό που σου γύριζε η γλώσσα ανάποδα σαν του βατράχου», λέει χαριτολογώντας. «Έτσι ήθελαν το κρασί τότε. Δυναμωτικό και φάρμακο. Είχαν τον τρόπο τους να το φτιάχνουν. Το κρασί θέλει ντάντεμα. Να το ακούς να σου μιλάει και να του κάνεις τα χατίρια του, τις αλλαγές που θέλει. Εμείς συνεχίζουμε την οινοποιητική παράδοση του Αγίου Όρους με σύγχρονες μεθόδους».

Ο πατέρας Επιφάνιος σηκώνει επάξια στους ώμους του το βάρος του παλαιότερου αμπελώνα του Όρους και μιας παράδοσης που ξεπερνά τη χιλιετία.

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών