ΟΙΝΟΣ + ΠΟΤΑ

Στον τρύγο της Ρωξάνης

Επισκεφθήκαμε το Κτήμα Μάτσα στην Κάντζα και συστηθήκαμε με την αμπελουργό του και τα κρασιά του κτήματος, που συνυπογράφει η οινοποιία Μπουτάρη.

27.10.2020
Φωτογραφία: Άγγελος Γιωτόπουλος

Αρχές Σεπτεμβρίου, την τελευταία ημέρα του τρύγου του Σαββατιανού, η Ρωξάνη Μάτσα μάς καλωσόρισε στο ζηλευτό αγρόκτημα της οικογένειάς της, το Κτήμα Μάτσα. Εκεί, μας έβαλε στο αυτοκίνητό της και ξεκινήσαμε για τα αμπέλια, δύο λεπτά μακριά. «Το Σαββατιανό είναι μια ποικιλία που επικράτησε στην Αττική μετά το ’50, με την αναμπέλωση. Λόγω της ευκολίας στην καλλιέργεια και της ανθεκτικότητάς του, απέκτησε κακή φήμη και χρησιμοποιούνταν για να γίνονται παλιόκρασα. Είναι όμως από τις λίγες ποικιλίες που επιτρέπουν στον αμπελουργό να κάνει κι άλλη δουλειά.
Δεν χρειάζεται να είσαι από πάνω, όπως με τη Μαλαγουζιά», μας εξηγεί στη διαδρομή, σχεδόν χωρίς να παίρνει ανάσα. 

Η Ρωξάνη Μάτσα είναι δισεγγονή του Αλέξανδρου Καμπά, αδελφού του Ανδρέα Καμπά, του ανθρώπου ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάπτυξη των αμπελώνων της Αττικής. Γεννήθηκε στην Ελβετία, σπούδασε γραφιστική, αλλά τελικά πέρασε τη ζωή της στο αμπέλι, αφού ανέλαβε τα οικογενειακά κτήματα το 1976. «Στα χειρόγραφα συμβόλαια έγραφε “περιοχή Λιοντάρι”, καθώς εδώ είναι ο σπουδαίος αρχαιολογικός χώρος “Λέων της Κάντζας”. Εκ παραδρομής, κατά την αντιγραφή το Λιοντάρι έγινε Λαουτάρι. Έβγαζα παλιά ένα κρασί με αυτό το όνομα, από Ροδίτη, Σαββατιανό και Ασύρτικο, αλλά πλέον δεν υπάρχει, επειδή πέρασε η μόδα του. Καθώς δεν υπάρχει βαθιά γνώση για το κρασί, αλλάζουν οι μόδες. Ένα κρασί που είναι καλό σταματά να αρέσει επειδή μας λένε πως πρέπει να δοκιμάσουμε κάτι άλλο. Μαθαίνουμε για λίγο κάτι νέο και νιώθουμε πως ξέρουμε αμέσως πολλά», συνεχίζει. Είναι ορμητική, πηγάδι γνώσης, ένα ζωντανό μανιφέστο, και δεν μασάει τα λόγια της. Περνάνε όλα από τα χέρια της –κάτι που της αρέσει–, το μυαλό της δεν σταματά να σκέφτεται. Σχολιάζει την αμπελοοινική ιστορία σαν ιστορικός, την κοινωνία του αμπελουργού σαν κοινωνιολόγος, μιλάει για τα pH του εδάφους σαν χημικός. Το 1980 ξεκινά τη συνεργασία της με την Οινοποιία Μπουτάρη. Με το δικό της ένστικτο, την τεχνογνωσία όλης της ομάδας της εταιρείας και τη βοήθεια του γεωπόνου Παρασκευά Ευαγγελίου, εδώ και τέσσερις δεκαετίες παράγουν κάποια από τα πιο ευθύβολα ελληνικά κρασιά, τυπικά της ποικιλίας τους, με ένα στιλ που αντικατοπτρίζει ταυτόχρονα τη δύναμη μιας μεγάλης οινοποιητικής και τις ωραίες εμμονές ενός μικρού παραγωγού.

Επιστρέφοντας στο κτήμα, βλέπουμε να φτάνουν τα πρώτα τελάρα με σταφύλια από το αμπέλι. Η παραλαβή γίνεται κάτω από τη σκιά της κυδωνιάς στην αυλή. Τα δροσίζουν στην αποθήκη, έπειτα οδηγούνται στο εκραγιστήριο, μετά στο πνευματικό πιεστήριο, στη δεξαμενή, όπου το θολό γλεύκος καθιζάνει, και έπειτα κατευθύνονται προς τη ζύμωση. Εκεί αναλαμβάνει η Ντίνα Μάκρα, οινολόγος του κτήματος και για δεκαετίες συνεργάτιδα της Ρωξάνης, και ο Αλέξανδρος Τζαχρήστος, οινολόγος της Οινοποιίας Μπουτάρη.

«Πλύνε, σε παρακαλώ, πέντε έξι φύλλα από τη μουριά», λέει και εξαφανίζεται για λίγα λεπτά με το αυτοκίνητο. Επιστρέφει, μπαίνει φουριόζα στην κουζίνα και βγαίνει με μια μοσχοβολιστή τυρόπιτα, τοποθετημένη πάνω στα πράσινα φύλλα. «Δεν θα φύγετε από εδώ χωρίς να σας κεράσει», λένε οι συνεργάτες της. «Για εσάς την έφερα», επιμένει. «Είναι με μυρωδικά του κτήματος», επισημαίνει και κόβει για να μας τρατάρει η Ρωξάνη, που εκτός από κυρά του Σαββατιανού και σπουδαία φιγούρα του αττικού αμπελώνα, είναι και μια φιλόξενη και ζεστή οικοδέσποινα.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών