Μεγάλο Σάββατο. Πρωινό εγερτήριο στις πέντε, αξημέρωτα. Λαϊκή, σούπερ μάρκετ, τελευταία ψώνια πριν από τη μεγάλη μέρα. Επί μήνες μάζευε απ’ τους κρεοπώλες τα υλικά για το αξεπέραστο κοκορέτσι του. Βδέλλα τούς είχε γίνει. Αλλά κι εκείνοι τον περίμεναν για την κλασική του έφοδο και το καλαμπούρι που ακολουθούσε. Χωρίς αυτά Πάσχα δεν κάναμε.

Πριν μεσημεριάσει, επέστρεφε στο σπίτι για την καθιερωμένη συγκέντρωση των εμπλεκομένων στο πρότζεκτ «ψήσιμο των αρνιών»: του αδελφού του, του κουνιάδου του και με τα χρόνια και του γιου, για να μαθαίνει. Κι επειδή, εκτός από εκείνον, οι υπόλοιποι λίγο κατείχαν το θέμα, υπάκουαν πιστά στον αρχηγό. Εκείνος οδηγούσε, έδινε εντολές και αλίμονό τους αν δεν έκαναν αυτό που έλεγε ή όπως το έλεγε. Ξεκινούσαν χαζοκαβγαδάκια, πειράγματα και όλα τα συναφή.

Το αποτέλεσμα ήταν κάθε χρόνο το ίδιο. Οι σούβλες με τους αμνούς σε παράταξη, η μία δίπλα στην άλλη. Οι ψησταριές με τους μηχανισμούς έτοιμους στα σημεία που εξυπηρετούσαν τον ψήστη. Ξύλα, κάρβουνα, εργαλεία, μπαλαντέζες, όλα στη θέση τους.

Αν ξυπνήσει κανείς στις έξι με επτά το πρωί της Κυριακής του Πάσχα στην Άμφισσα, θα αντικρίσει ένα τεράστιο σύννεφο καπνού να καλύπτει την πόλη, και έτσι όπως είναι περικυκλωμένη από βουνά, μόνο το Κάστρο φαίνεται να γλιτώνει από την… επίθεση. Ο καπνός είναι από τις αναμμένες φωτιές που ετοιμάζονται να υποδεχτούν τον οβελία, αλλά και τα κοκορέτσια και τα κοντοσούβλια.

Αγουροξυπνημένοι από τα βαρελότα που ξέμεναν μετά το καθιερωμένο μπουρλότο της Ανάστασης και με κλειστά τα μάτια, πριν ακόμη πιούμε καφέ, ερχόταν ο μεζές με το καυτό κοκορέτσι στο στόμα. Χωρίς να προλάβουμε να αντισταθούμε. Τα βασικά υλικά ήταν έντερα, γλυκάδια, έγκλιση (η μεμβράνη με το λιπάκι που καλύπτει τα εντόσθια), άντε και λίγο από καρδιά και πνευμόνια. Ποτέ συκώτι, γιατί το ξεραίνει. Τραγανό απέξω και σκέτο βούτυρο μέσα, με έντονη σπιρτάδα από το πιπέρι. Ο μεζές αυτός ποτέ δεν περίσσευε, αφού από το σπίτι μας περνούσαν όλοι, φίλοι και γνωστοί, με πρόσχημα τα «χρόνια πολλά», για να δουν αν το φετινό είναι καλύτερο από το περσινό. Και να τα γέλια και τα τσουγκρίσματα από τις δέκα το πρωί.

Τη θέση του τώρα έχει πάρει ο αδελφός μου, ο Τάσος, άξιος συνεχιστής του. Και τα κάνει όλα όπως κι εκείνος. Με την ίδια τάξη και σειρά. Δεν ξέρω αν ο μαθητής είναι καλύτερος από τον δάσκαλο, το κοκορέτσι του πάντως είναι ό,τι κοντινότερο μπορώ να έχω στην ανάμνηση αυτή.

Έχω περάσει Πάσχα σε πολλά μέρη εντός και εκτός των τειχών, και όλα το έχουν χρωματίσει και έχουν αποτυπώσει πάνω του μια μοναδική ανάμνηση. Εκείνος ο μεζές με το κοκορέτσι στις 10.30 το πρωί, αρκετά χρόνια πίσω, είναι η δική μου ιδέα για το Πάσχα.

*To άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Απριλίου, τεύχος 156.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών