Γράφει ο Αλέξανδρος Γκουσιάρης*

Μία από τις ευχάριστες «ανησυχίες» που είχα από παιδί στο σχολείο ήταν οι ιστορίες γύρω από την παλαιολιθική και τη νεολιθική εποχή. Δυστυχώς, η ύλη στο σχολείο για τις περιόδους αυτές ήταν λιγοστή, όπως αντίστοιχα δύστοκα είναι τα ανασκαφικά και επιστημονικά δεδομένα –λόγω φθαρτότητας των χρειαζούμενων στον βίο των ανθρώπων– πριν από χιλιάδες χρόνια. Με ελλιπή όμως στοιχεία ανοίγεται πεδίον δόξης λαμπρόν στη φαντασία, οπότε μπορούσα με τα λίγα να φτιάξω μια πλούσια ιστορία, η οποία καθρεφτιζόταν σαν ένα πιθανό πραγματικό στιγμιότυπο εκείνων των πολύ πολύ παλιών καιρών. «Ασκήσεις Φ» τις ονόμαζα.

Τα παλιά τα χρόνια επίσης, τότε που ασκούσαμε τους μυς των ποδιών μας ξεροσταλιάζοντας, στον ζυγό των υπηρεσιών για τα πιστοποιητικά της ζωής μας, στις αράδες για την πληρωμή της ΔΕΗ, στην ουρά των τραπεζών για την κατάθεση του ενοικίου, είχα βρει έναν τρόπο να περνάω ευχάριστα την ώρα μου. Φανταζόμουν τις πρώτες στιγμές μιας ανακάλυψης και έφτιαχνα μια ιστορία γύρω από αυτήν. Ποια ήταν τα συναισθήματα των δημιουργών ή των παρευρισκομένων. Τα ανθρώπινα συναισθήματα δεν έχουν αλλάξει με τα χιλιάδες χρόνια. Αυτό είναι και το φοβερό εργαλείο προσομοίωσης στις ασκήσεις Φ. Το πρώτο γεύμα σε πήλινο τσουκάλι, ο πρώτος ύπνος με σκέπασμα από μάλλινο υφαντό προϊστορικού αργαλειού, το πρώτο ψημένο γεύμα σε φωτιά… και άλλα τέτοια χαριτωμένα.

Κάποια στιγμή, σε κάποιον ταχυδρομικό στοίχο, έφτασε και η ώρα του πρώτου μεθυσμένου στην ιστορία της ανθρωπότητας, οπότε ήρθε στον νου η πρώτη γεωργική επανάσταση (αν και υπάρχει βερσιόν του πρώτου μεθυσμένου προ της επαναστάσεως). Έτσι όμως ήρθαν και οι γυναίκες των Σουμερίων, που έφτιαχναν μπίρα με πολλά τσουβάλια κριθάρι. Η μπίρα ήταν τόσο σημαντική ανακάλυψη, που ο Κώδικας του Χαμουραμπί το 1754 π.Χ. περιείχε νόμους για το δικαίωμα πόσης, αναλόγως της κοινωνικής θέσης του πότη. Όλοι έπρεπε να γνωρίζουν τον τρόπο παρασκευής της μπίρας. Πώς, όμως, να διαδοθεί μαζικά η συνταγή σε έναν κόσμο που μόλις είχε έρθει αντιμέτωπος με τη μαγεία της γραφής;

Να σου και η θεά Νινκάσι, θεά της μπίρας, να σου και η συνταγή με τη μορφή προσευχής προς τη θεά. Ένα ποίημα που το μάθαιναν νεράκι από μικρά παιδιά και χωρίς να ξέρουν γράμματα. Έτσι, όλοι μπορούσαν να παρασκευάσουν μπίρα όταν σιγά σιγά μεγάλωναν και πια εισχωρούσαν στην οικογενειακή παραγωγή. Ο χαρακτηρισμός «ευφυέστατη μέθοδος μάθησης» ωχριά μπροστά στο μεγαλείο της αποτελεσματικότητάς της. Εκπληκτική μέθοδος. Εκπληκτική σαν παιχνίδι!…

Περίπου την ίδια περίοδο που έκανα ασκήσεις Φ με την ιστορία του πρώτου μεθυσμένου, έφτιαξα και τον πρώτο μου σιμιγδαλένιο χαλβά. Όταν άκουσα τη συνταγή, εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ, που σε δύο ώρες είχα τον χαλβά σε ένα στρογγυλό ταψί, με ένα άδειο βάζο ανάποδα στη μέση, εν είδει τρύπας σε φόρμα γλυκού. Ένιωσα περήφανος κερνώντας τον πρώτο μου σιμιγδαλένιο χαλβά, αλλά κυρίως ένιωσα γοητευμένος με το ένα του λαδιού, το δύο του σιμιγδαλιού, το τρία της ζάχαρης, το τέσσερα του νερού.

Ένας τέντζερης πάνω στη φωτιά, μια ξύλινη κουτάλα, λίγο παραπάνω γυμναστικούλα των επάνω άκρων και… έτοιμος ο χαλβάς. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα… λάδι, σιμιγδάλι, ζάχαρη, νερό. Σαν το ποίημα της μπίρας προς τη θεά Νινκάσι, που είναι βέβαια μεγαλύτερο, καθώς περιέχει και τον τρόπο παρασκευής της. Το ποίημα του χαλβά είναι ένα «χαϊκού» των συστατικών μονάχα.

Όλοι μπορούν να φτιάξουν χαλβά, άντρες, γυναίκες, παιδιά, αρκεί να ανακαλέσουν τους αριθμούς των υλικών, τον ασταμάτητο ρυθμό του ανακατέματος και τη γευστική ζεύξη του σιμιγδαλένιου χαλβά. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Ευφυέστατη μέθοδος μάθησης της συνταγής, ακόμη κι αν δεν περιγράφει τη διαδικασία. Εντυπωσιακή μέθοδος. Εντυπωσιακή σαν παιχνίδι!…

Ποια να ήταν, άραγε, εκείνη η πρώτη γυναίκα που έφτιαξε σιμιγδαλένιο χαλβά; Πώς ανέτειλε η μέρα της; Πώς ένιωσε στην πρώτη μπουκιά; Πώς μέτρησε και έσμιξε τα αγεωμέτρητα; Νομίζω ήταν μια νεαρή κοπέλα που τη λέγαν Γιουδήθ, είχε πολύ σκούρα μαλλιά και ζούσε κάπου εκεί στην πολύπαθη κοντινή Ανατολή. Νομίζω μια μέρα που ήταν πολύ κουρασμένη, ψιλοέκαψε το ψιλοστουμπισμένο στάρι στο τσουκάλι όπου ετοίμαζε το μεσημεριανό. Στην προσπάθειά της να περισώσει το γεύμα και να γλιτώσει την γκρίνια, έριξε χαρουπόμελο και νερό, ανακατεύοντας συνεχώς με την ξύλινη κουτάλα της… 

  • Ο Αλέξανδρος Γκουσιάρης είναι μαθηµατικός, γιος και εγγονός αγρότη από το χωριό Ηλιάς της Καρδίτσας. Επέστρεψε εκεί ως παραγωγός βιολογικής ντομάτας και μελιού. Το 2012 βραβεύτηκε με «Βραβείο Ποιότητας» από τον «Γαστρονόμο». Πλέον τα προϊόντα του μικρού χωριού κυκλοφορούν σε πολλές χώρες στο εξωτερικό. Στην περίπτωσή του αναφέρεται το βραβευμένο ντοκιμαντέρ «Όταν ο Βάγκνερ συνάντησε τις ντομάτες»

*Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Φεβρουαρίου, τεύχος 166. 

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών