Η ταβέρνα ήταν το μακρινό όριο της Ηλιούπολης σε εκείνη την πλευρά του Υμηττού, κάμποση ώρα από τα τελευταία σπίτια, φάρος για τους πεινασμένους περίοικους και επισκέπτες.

Όταν το 1937 ο παππούς μου ο Αναστάσης ξεκίνησε να χτίζει το πατρικό μου σπίτι στη Χαραυγή του Υμηττού, κάποιος του πούλαγε ένα οικόπεδο, 5-6 χιλιόμετρα απόσταση από την οικοδομή στον δρόμο προς την Ηλιούπολη, για ένα κομμάτι ψωμί. «Δεν είμαστε καλά», είπε ο παππούς. «Εκεί πάνω θα μας φάνε οι λύκοι».

Σαράντα χρόνια αργότερα, λίγο πιο ψηλά από την περιοχή στην οποία βρισκόταν το οικόπεδο το οποίο προσφερόταν στον παππού, κάποιες ζεστές καλοκαιρινές νύχτες, εκδράμαμε ποδαράτο προς το εξοχικό κέντρο «Το τρύπιο κατοστάρι», για μερικές ανάσες δροσερού βουνίσιου αέρα, μπακαλιαράκια-σκορδαλιά, δροσερή ρετσίνα για τους μεγάλους, πορτοκαλάδες για τα παιδιά. Βρισκόμασταν εκεί με θείες και ξαδέλφια, και οι συναντήσεις εξελίσσονταν σε απίθανες νυχτερινές εκδρομές. Παιχνίδια μες στα πεύκα, κρυφτό, κυνηγητό, κλεφτές μπουκιές, μεζέδες και οι γονείς να τραγουδούν τα σουξέ της εποχής. Η ταβέρνα ήταν το μακρινό όριο της Ηλιούπολης σε εκείνη την πλευρά του Υμηττού, κάμποση ώρα από τα τελευταία σπίτια, φάρος για τους πεινασμένους περίοικους και επισκέπτες. Γύρω, εξοχή.

Σήμερα τα σπίτια έχουν σκαρφαλώσει τετράγωνα πάνω από «Το τρύπιο κατοστάρι», έχοντας αχόρταγα καταπιεί βράχια και δέντρα, βότανα και μυρωδικά και, βέβαια, κάθε υποψία άγριου τετράποδου αρπακτικού. Ήταν τολμηροί αλτρουιστές οι άνθρωποι που ξεκίνησαν την εξοχική ταβέρνα ή μήπως άθελά τους άνοιξαν τον χορό της αστικοποίησης στους πρόποδες του βουνού;

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών
MHT