Ψάχνοντας στη Wikipedia, ανακάλυψα το γενεαλογικό δέντρο των Καρατζάδων. Τα πράγματα έχουν όπως μου τα περιέγραψε κάποτε ο πατέρας μου. Η καταγωγή του σογιού είναι μπλεγμένη και σκοτεινή. Κάποιοι λένε πως είναι από την Ήπειρο, άλλοι από το Ντουμπρόβνικ, το σίγουρο πάντως είναι πως υπάρχει ένας Καρατζάς ο οποίος συμμετείχε στην επιτροπή διαχείρισης του Πατριαρχείου. Ο Κωνσταντίνος εγκαινιάζει μια τυπική φαναριώτικη οικογένεια, της οποίας τα μέλη δούλεψαν σε ευρωπαϊκές πρεσβείες, στην αυλή του σουλτάνου και στο Πατριαρχείο. Ο Κωνσταντίνος περί τα μέσα του 17ου αιώνα είχε την ιδιότητα του αρχιχασάπη του Μεχμέτ Δ΄. Έμπιστοι των σουλτάνων οι απόγονοι του Κωνσταντίνου, πολυμαθείς και σπουδαγμένοι οι Καρατζάδες, κατέκτησαν σημαντικές θέσεις διοικητικές, μάλιστα ο Ιωαννίκιος διετέλεσε πατριάρχης. O Ιωάννης Καρατζάς, εκπρόσωπος της επόμενης γενιάς, διορίστηκε οσποδάρος* της Βλαχίας μέχρι το 1818, οπότε, αντί να επιστρέψει στην Πόλη, καταφεύγει στην Πίζα, από όπου συντονίζει φιλέλληνες στην προετοιμασία της Επανάστσης.

Αλέξανδρος ή Ευάγγελος, πάντως, δεν αναφέρονται σε κανένα σημείο του γενεαλογικού δέντρου, πράγμα το οποίο με κάνει να πιστεύω ότι οι πρόγονοί μου ήταν φτωχοί συγγενείς των επιφανών Καρατζάδων, οι οποίοι ακολούθησαν τους λόγιους στη διαδρομή τους από το Φανάρι στη Βλαχία, μέχρι την Αθήνα το 1830. Ο παππούς μου ο Βαγγέλης γεννήθηκε στις Αχαρνές. Το ’22 πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Επιστρέφοντας από το μέτωπο και με το βάρος της ήττας και της Καταστροφής στην πλάτη του, πλησιάζοντας στη Σμύρνη, το σύννεφο σκόνης που περιέβαλε τα απομεινάρια του στρατεύματος αίφνης πήρε την απόχρωση του σάπιου μήλου και μέσα στην αντάρα μύρισε γιασεμί. Το βλέμμα του συναντήθηκε με το βλέμμα της νεαρής Αγγέλας και δεν χρειάστηκε παρά λίγη ώρα μέχρι αυτή να πειστεί να τον ακολουθήσει στην Ελλάδα. Κάποτε εγκαταστάθηκαν στη Νέα Σμύρνη, ο παππούς δούλεψε στον ΗΛΠΑΠ και η γιαγιά έραβε φορέματα κατά παραγγελία. Αράδιασαν έξι παιδιά, τον μπαμπά μου και τις πέντε αδελφές του.

Παρότι ο παππούς «έφυγε» νεότατος, η Αγγέλα τα κατάφερε μόνη της, μόνο μία κόρη έμεινε ανύπαντρη – ήταν ο καημός της. Είδε και μεγάλωσε πολλά εγγόνια, ανάμεσα στα φαγητά που έφτιαχνε ήταν και τα προσαρμοσμένα στα μέτρα της ευρωπαϊκά, όπως το σνίτσελ της, του οποίου όμοιο δεν έχω φάει ποτέ. Και στην αυλή του σπιτιού στην οδό Καισαρείας, εκεί όπου ζει ακόμη η τέταρτη εν Νέα Σμύρνη γενιά Καρατζάδων, θεριεύει ένα γιασεμί σαν κι αυτό που μύρισε ο παππούς όταν το βλέμμα του διασταυρώθηκε μ’ εκείνο της γιαγιάς.

*Ο οσποδάρος ή οσποδάριος ήταν διοικητικός τίτλος της οθωμανικής διοίκησης για τη Μολδαβία και τη Βλαχία, που δήλωνε τον διοικητή, τον ηγεμόνα, τον πρίγκιπα με σχετική αυτονομία, και διατηρήθηκε από τον 15ο έως τις αρχές του 19ου αιώνα.

**Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Νοεμβρίου, τεύχος 163. 

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών