ΕΞΟΔΟΣ

Τρία παλιά καφενεία της Αθήνας με μοναδικό χαρακτήρα

Μουριά, Πανελλήνιον, Ικαριώτικο: Βόλτα σε τρία παραδοσιακά καφενεία που αγαπάμε. 

10.12.2021
Φωτογραφίες: Δημήτρης Βλάικος

Η υπεραιωνόβια «Μουριά» της Καλλιδρομίου

Δική της κατηγορία από μόνη της η Μουριά. Καφενείο από τα πιο παλιά όλης της Αθήνας, με έτος ίδρυσης το 1915. Κέντρο κοινωνικότητας για παππούδες των Εξαρχείων, για νέους, για περαστικούς, για οικογένειες με παιδιά, για τουρίστες που ζητάνε καμιά φορά Bloody Mary και ακούνε ως αντιπρόταση «τσίπουρο και ντομάτα», για ζωγράφους, πολιτικούς και ποιητές, για την κυρία Κικίτσα με τη φωτογραφία και το κέντημά της κορνιζαρισμένα και κρεμασμένα στον τοίχο μαγαζιού, για ξενύχτηδες (τη μία μέρα τη βδομάδα που γίνεται από σπόντα αφτεράδικο). Η Μουριά είναι η κυρία Έφη, η κόρη της η Αρετή και πιο πολύ απ’ όλους ο Χρήστος, πατέρας της τελευταίας και «πατέρας όλης της γειτονιάς» όπως λέει η ίδια.

Για τουρίστες που ζητάνε καμιά φορά Bloody Mary και ακούνε ως αντιπρόταση «τσίπουρο και ντομάτα»

Ο Χρήστος Βάνας, ο έβδομος κατά σειρά ιδιοκτήτης του ιστορικού καφενείου και εκείνος με την πιο μακρά πορεία απ’ όλους τους προκατόχους του στη γωνία της Χαριλάου Τρικούπη με τη Καλλιδρομίου, βρίσκεται σ’ αυτό το πόστο τα τελευταία σαράντα χρόνια. «Το κτίριο, πριν γκρεμιστεί και γίνει πολυκατοικία το ‘62, ήταν ένα διώροφο με μια μεγάλη μουριά ακριβώς απ’ έξω. Εκεί υπήρχε και ένα πηγάδι απ’ όπου έπαιρνε όλη η γειτονιά νερό.» λέει δείχνοντας μια φωτογραφία της Μουριάς από την πρώτη χρονιά χωρίς τη μουριά της, με τη λαϊκή της Καλλιδρομίου να φαίνεται στο πλάι και τις μοδάτες κυρίες να ψωνίζουν με μαλλιά-λάχανα και πέρλες.

Στα πιατάκια ποικιλία με κρύους μεζέδες ή καμιά φορά κανένα φαγητό που η κυρία Έφη μπορεί να φτιάξει στο σπίτι: μακαρόνια με μύδια, τονοσαλάτα, που και που γίγαντες.

Το Σάββατο της λαϊκής είναι η μέρα που το καφενείο ζωντανεύει πιο πολύ απ’ όλες τις άλλες γεμίζοντας με κάθε λογής κόσμο, πελάτες όλων των ηλικιών που συχνά καταλήγουν να γίνονται μια παρέα συμμετέχοντας στις συζητήσεις των διπλανών τραπεζιών. Με τα ζαρζαβατικά πλάι στα τραπέζια και τον καφέ να γίνεται σιγά σιγά τσίπουρο και μεζεδάκια, οι συζητήσεις παίρνουν φωτιά-από πολιτικά debate μέχρι ό, τι μπορείς να φανταστείς. Στα πιατάκια ποικιλία με κρύους μεζέδες ή καμιά φορά κανένα φαγητό που η κυρία Έφη μπορεί να φτιάξει στο σπίτι: μακαρόνια με μύδια, τονοσαλάτα, που και που γίγαντες.

«Θα περάσεις και ξέρεις ότι θα βρεις τον φίλο. Θα κουβεντιάσεις. Θα πιεις κάτι. Θα μαλώσεις και για τα πολιτικά. Η επανάσταση λέμε θα ξεκινήσει απ’ τη Μουριά όχι π΄το Μοριά.» λέει γελώντας ο φίλος και, όπως τον αποκαλούν οι ιδιοκτήτες, «art director» της Μουριάς, καλλιτέχνης Νίκος Κασκούρας. Πριν δεκαετίες, πηγαίνοντας τη κόρη του στο κοντινό νηπιαγωγείο έγινε θαμώνας του καφενείου και, μαζί με τον Χρήστο, του έδωσαν με τα χρόνια τη μορφή που έχει σήμερα. Πολύχρωμες καρέκλες («για την πολυμορφία στην πολιτική»), οικογενειακές φωτογραφίες και φωτογραφίες θαμώνων που έγιναν οικογένεια, το γλυπτό του αγγέλου που κρέμεται από την οροφή, ένα καδράκι-αφιερωμένο στον Άσιμο που ερχόταν και εκείνος εδώ. Στους τοίχους δεκάδες έργα που καλλιτέχνες δώρισαν στο μαγαζί.

Ανάμεσα στις φωτογραφίες και η φωτογραφία από τον γάμο της νεαρής Αρετής. «Έχω μεγαλώσει στη Μουριά. Ό, τι έψαχνα πάντα το έβρισκα εδώ μέσα. Από οδοντίατρο μέχρι δάσκαλο φυσικής μέχρι να αγοράσω έπιπλο για το σπίτι μου» λέει. Η ίδια έφυγε, σπούδασε αλλά αποφάσισε να ξαναγυρίσει στο καφενείο του μπαμπά της και μια μέρα σκέφτεται και να το αναλάβει.

Και παράσταση έχει γίνει στο καφενείο αλλά και γάμος: «Ήρθε και πήρε από εδώ τη νύφη ο γαμπρός και πήγαν στο δημαρχείο. Και γλέντι γάμου είχαμε κάνει. Ανοίξαμε σαμπάνιες και ήρθαν τα ματ επειδή άκουσαν τον κρότο» συμπληρώνει ο Χρήστος. Στο «βιβλίο επισκεπτών» του καφενείου διαβάζουμε μαζί το πιο πρόσφατο μήνυμα: «Ευχαριστούμε που μας φτιάχνετε ομελέτα με βότκα και μπίρα». «Τα Σάββατα ο μπαμπάς μου ανοίγει από νωρίς για τους ανθρώπους που στήνουν τη λαϊκή. Μαζί με αυτούς έρχεται και κόσμος από τα μπαρ. Είναι και λίγο αφτεράδικο εκείνη τη μέρα» λέει η Αρετή εξηγώντας το σημείωμα. Η Μουριά έχει πολλές ζωές.

Πανελλήνιον: Όλη μέρα σκάκι στη Μαυρομιχάλη

Μαζί με τον περιποιημένο ελληνικό καφέ στο «Πανελλήνιον» μπορεί κανείς να περάσει την ώρα του παρατηρώντας τους σκακιστές της πόλης. Απαράβατος κανόνας: όποιος δεν παίζει κάνει ησυχία. Όποιος παίζει, από την άλλη, μπορεί να κάνει σαματά. Οι θαμώνες παίζουν με μανία και μέσα στη μέρα δεν λείπουν οι «μάχες».

Οι νέοι κοιτάνε και μαθαίνουν, οι παλιοί όταν έχουν όρεξη δίνουν συμβουλές ενώ ο Σπάσκι, ο Σμίσλοβ και ο Πετρόσιαν «επιβλέπουν» από τα κάδρα τους στον τοίχο.

Εκεί που η Μαυρομιχάλη συναντάει τη Σόλωνος βρίσκεται ένα από τα πιο ιδιαίτερα καφενεία της Αθήνας. Παραδοσιακό, με τα μαρμάρινα τραπέζια και τις βιενέζικες καρέκλες του, αλλά διαφορετικό απ’ τα υπόλοιπα. Παλιοί, έμπειροι παίκτες μαζί με αρχάριους δεν σταματούν να παίζουν αφοσιωμένοι. Οι νέοι κοιτάνε και μαθαίνουν, οι παλιοί όταν έχουν όρεξη δίνουν συμβουλές ενώ ο Σπάσκι, ο Σμίσλοβ και ο Πετρόσιαν «επιβλέπουν» από τα κάδρα τους στον τοίχο. Ο γκρανμαίτρ Ανατόλι Κάρποφ πέρασε δε αυτοπροσώπως μια φορά και υπάρχουν ακόμα θαμώνες του καφενείου που τον θυμούνται να παίζει σιμουλτανέ σε τριάντα σκακιέρες και να τους κερδίζει όλους.

Η αρχή έγινε το 1885, τότε που το «Πανελλήνιον» βρισκόταν στον αριθμό 19 της Πανεπιστημίου. Μέσα στα χρόνια μετακινήθηκε και από τις αρχές του ‘90 λειτουργεί στην τωρινή του θέση, φέρνοντας στην ψηλοτάβανη αίθουσα με το όμορφο πατάρι με τα όλο τον παλιό του εξοπλισμό. Και σήμερα η ιστορία συνεχίζεται. Οι παρτίδες εξακολουθούν να παίζονται με αφοσίωση, ο χρόνος μετράει, τα σκορ σημειώνονται. Και επειδή ακόμα και οι σκακιστές πότε πότε χρειάζονται ένα διάλειμμα το καφενείο σερβίρει και ουζάκια μαζί κεφτέδες, ομελέτες και τα τοιαύτα. Κάθε Σάββατο στις έξι το απόγευμα, στο «Πανελλήνιον» διοργανώνεται τουρνουά. Είναι να στέκεσαι έξω από τη τζαμαρία και να χαζεύεις.

Το «Ικαριώτικο» κρυμμένο στη στοά

«Καφενείον Φούρνοι Ικαρίας» γράφει στη μπροστινή τζαμαρία αλλά αν δεν στο έχει συστήσει κάποιος δεν θα το βρεις έτσι όπως είναι κρυμμένο μέσα στη στοά, πλάι σε ένα παλιό κουρείο, ήσυχο δίπλα στην φασαρία της Ακτής Ποσειδώνος. Εντάξει όχι ακριβώς ήσυχο. «Έχει κουβέντα πολλή, καλαμπούρι. Θέατρο με λίγα λόγια. Συνήθως η μέρα περνάει με γέλια γι’ αυτό και είμαστε ακόμα εδώ μετά από τόσα χρόνια» λέει ο Νίκος Τσακωνίτης που ανέλαβε πριν τριάντα δύο χρόνια το ικαριώτικο καφενείο που βρίσκεται στη θέση του από το 1956.

«Είμαι και ψυχολόγος. Ακούω τα πάντα. Μου λένε τα οικογενειακά, τα προσωπικά. Αλλά δεν παίρνω 150 ευρω την επίσκεψη, παίρνω ένα ευρώ τον καφέ»

Βρισκόμαστε, όπως μας πληροφορεί, σε μία από τις πρώτες πολυκατοικίες που χτίστηκαν στο λιμάνι του Πειραιά. Η ψηλοτάβανη σάλα πρώτα λειτούργησε σαν κυλικείο της πολυκατοικίας. Τώρα είναι το στέκι όπου παλιοί ναυτικοί και νησιώτες μαζεύονται από το πρωί για να πιούν τον καφέ τους ή να ζητήσουν το ουζάκι τους και το σκουροκόκκινο ικαριώτικο κρασί που φέρνει ο Νίκος από το νησί. Φέρνει και τυριά, ελιές τουρσιά. Μαγειρεύει κιόλας. Στην ανοιχτή κουζίνα ετοιμάζει ποικιλίες με σουτζούκι, βραστό αυγό, παστή σαρδέλα και καυτερές πιπερίτσες, τηγανίζει ψαράκι ψιλό, κάνει φάβα, ρεβίθια, γίδα και κόκορα κρασάτο. «Πάντα μου άρεσε να μαγειρεύω. Έμαθα απ΄τη μητέρα μου και στη συνέχεια από διάφορους μαγείρους ναυτικούς, φίλους που έρχονταν εδώ. Τους ρωτούσα, με βοηθούσαν και σιγά σιγά το εξέλιξα» λέει ενώ τριγύρω οι παρέες τσιμπολογούν και σχολιάζουν με φόντο τους ζωγραφισμένους τοίχους και τα ναυτικά μικροαντικείμενα-φανάρια καραβιών, χάρτες και ξύλινες μινιατούρες, πιστά αντίγραφα από τρεχαντήρια.

«Είμαι και ψυχολόγος» συμπληρώνει, «Ακούω τα πάντα. Μου λένε τα οικογενειακά, τα προσωπικά. Αλλά δεν παίρνω 150 ευρω την επίσκεψη, παίρνω ένα ευρώ τον καφέ».

 

Μουριά, Χαριλάου Τρικούπη 87, Εξάρχεια, Τ/ 210-38.12.607

Πανελλήνιον, Μαυρομιχάλη 16, Εξάρχεια, Τ/210-36.34.492

Ικαριώτικο Καφενείο, Ακτή Ποσειδώνος 24, Πειραιάς, Τ/210-41.30.090

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών