ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΥΖΙΝΕΣ

Η Φρόσω και η Φραντζέσκα από τον Φαλατάδο

Γύρω από μια κατσαρόλα πέρασε η ζωή τους, μια ζωή κοινωνική και δραστήρια, με το φαγητό να πρωταγωνιστεί σε χαρές και σε λύπες, νόστιμο καλωσόρισμα και κατευόδιο.

21.12.2020
Φωτογραφία: Έβελυν Φωσκόλου

Η Φραντζέσκα Παπαγιαννοπούλου και η Φρόσω Βιδάλη μας μαγείρεψαν κρεμμυδόζουμο (Μπακαλιάρος αυγολέμονο με κρεμμύδια και πατάτες).

«Καλώς τες, τώρα έρχονται και τα κορίτσια», μας προϋπάντησαν στο επάνω χωριό η νύφη και η εγγόνα της Φραντζέσκας, η Άννα Αλβέρτη και η Φραντζέσκα Παπαγιαννοπούλου αντίστοιχα. «Είναι λίγο αργές στις μετακινήσεις, αλλά θα δείτε. Είναι δραστήριες σαν κοριτσόπουλα, καταπιάνονται ακόμα με τα μαγειρέματα, είναι μέσα στις κουζίνες τους. Μια ζωή μαγείρευαν. Σε πανηγύρια, σε ονομαστικές εορτές του άντρα του σπιτιού, σε κηδείες. Κατεβαίνοντας από το νεκροταφείο, είχαν σε μεγάλους ταβάδες τηγανητό μπακαλιάρο και τυρί (συνήθως γραβιέρα αλμυρή, αγοραστή) και ψωμί – η κατσαρόλα ήταν πάντα το κεντρικό θέμα. Άνοιγαν τα σπίτια τους, κοίμιζαν και τους ξένους – όλος ο Φαλατάδος είναι έτσι». Αφού τις γνώρισα πια, κατάλαβα ότι η εν λόγω σκιαγράφηση της προσωπικότητας και των δραστηριοτήτων τους δεν ήταν τίποτα μπροστά στη «χιονοστιβάδα» που μας περίμενε από το ντουέτο που κατέφτανε με αργούς ρυθμούς.
– Θα μας πείτε τα ζώδια;
– Όχι «αστρονόμος», γιαγιά, «Γαστρονόμος» είπαμε. Γέλια μέχρι δακρύων. Τα κρασοπότηρα δεν τα άφησαν από το χέρι – εκεί πίνουν ακόμα και τον ελληνικό τους. Τις συστάσεις με τις δύο φιλενάδες ακολουθούν τα μαγειρέματα, ύστερα το στήσιμο των πιάτων, όπου ρόλο food stylist αναλαμβάνει η κυρία Κατίνα, που τη φωνάζουν στα σπίτια και αναλαμβάνει τις διακοσμήσεις των φαγητών. «Στο χωριό είμαστε όλοι φίλοι. Η Κατίνα στρώνει ένα τραπέζι που δεν λείπει τίποτε από πάνω. Είναι χρυσοχέρα. Ξέρει τα πιο μοντέρνα, δεν της ξεφεύγει τίποτα. Εγώ και η Φρόσω είμαστε παλιές καραβάνες, ξέρουμε τα παλιά». «Ρε παιδιά, που είναι το ρακάκι;» λέει η Φρόσω. «Χωρ’ς κρασί εγώ δεν τρώω», συμπληρώνει η Φραντζέσκα. Ακολουθούν οι φωτογραφίσεις και στο τέλος, με κρασί φαλαταδιανό, κάνουμε κουβέντα στο καφενείο.

Φραντζέσκα Παπαγιαννοπούλου
«Εγώ ένα Δημοτικό τελείωσα, δεν ξέρω γράμματα. Γεννήθηκα μες στο σπίτι στον Φαλατάδο, στο απάνω χωριό, το ’33, μια μαμή με ξεγέννησε. Πήγα σχολείο εδώ. Μετά το Δημοτικό πήγαινα στη θεία του μπαμπά μου παραδίπλα. Λεύτερη ήμουν ακόμα. Είχα βάλει μια μηχανή στο σπίτι κι έραβα. Το τι έχουν περάσει από τα χέρια μου. Εγώ δεν εξενιτεύτηκα, δεν επήγα σε ξένα χέρια. Δεν είχα αδερφό και ο μπαμπάς μου με έστελνε να ποτίσω, να αρμέξω, πήγαινα σε όλα. Φυτεύαμε φασόλια, ρεβίθια… Ύστερα βρέθηκε ο άντρας μου, όταν ήμουν δεκαοκτώ χρονών, δέκα χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ήθελε να φύγει για στρατιώτης. Τον περίμενα και στο μεταξύ ανταλλάσσαμε γράμματα. Είκοσι χρονών παντρεύτηκα. Τρία παιδιά έκαμα. Κι έχω και επτά εγγόνια και πέντε δισέγγονα.

»Εμαγειρεύω από μικρή. Μια φορά έκανα 300 πατατοκεφτέδες για ένα γλέντι. Έκανα λουκουμάδες και τους πήγαινα στο σχολείο και σε πανηγύρια. Στα πανηγύρια εκάναμε σκορδαλιά, μαγιονέζα για τον τηγανητό μπακαλιάρο και για τα ξερά φασόλια. Τη μαγιονέζα στο χέρι μού την είχε μάθει η θεία του παππού μου, που είχε πάει τροφός στην Κωνσταντινούπολη. »Στο μνημόσυνο του πεθερού μου έκαμα πλακί μπακαλιάρο και κολλυβόζουμο και γυρίζαμε σε όλο το χωριό με έναν κουβά και μια κουτάλα, και πηγαίναμε σε όλα τα σπίτια, καμιά φορά και σε διπλανό χωριό. Τα μαγειρεύαμε σε μεγάλα καζάνια, σε αυτά που κάναμε τη ρακή.

Του Αγίου Αρτεμίου εμαγειρεύαμε πουλιά που μου έφερνε ο άντρας μου, που ήταν κυνηγός. Δεν με ενθουσίαζαν, τόσο πολύ που τα είχα χορτάσει. Λαγούς μού φέρνει και τώρα ο γιος μου, που πάει για κυνήγι. »Στους γάμους είχαμε δίσκους ασημένιους και βάζαμε του κουταλιού γλυκό σταφύλι ή κεράσι, αναλόγως. Παστέλια έκανε η μάνα μου πάντα, και είχα μάθει κι εγώ και τα έκανα. Για έναν γάμο είχα κάνει 700 παστέλια. Όλες τις γιορτές έκαμα παστέλια στο λεμονόφυλλο, για να παίρνουν ωραία μυρωδιά. »Στα χοιροσφάγια είχαμε κάτι βαρέλια παλιά και ρίχναμε μέσα τα χοιρνά με αλάτ’. Ύστερα τα βράζαμε για να τα ξαλμυρίσουμε, γιατί ήταν λύσσα, και παίρναμε κάτι μαύρα λάχανα, παραπούλια, και τα βάζαμε μέσα με τα χοιρινά και ετοιμάζαμε αυγολέμονο. Πολύ ωραίο φαΐ. Το κάνω και τώρα, αν έχω λάχανα. Παλιά κάναμε κι οματιές. Δεν ξέρει καμιά να κάνει τώρα.
– Φρόσω, θυμάσαι τσ’ οματιές;
– Τον Μαθιό;
– Τσ’ οματιές, μαρή; – Αααα, πώς δεν τις θυμάμαι».


Φρόσω Βιδάλη
«Βιδάλη είναι το επίθετό μου. Το γένος Δεσύπρη. Το ’35 γεννήθηκα, εδώ στον Φαλατάδο. Πήγα σχολείο και ύστερα έπιασα τα οικιακά και πήγαινα και στα χωράφια, να σκάψω και να φροντίσω τα ζα. Μετά εξεκίνησα ξένη δουλειά. Σε σπίτια, σε εστιατόρια. Λάντζα και καθάρισμα. Εδούλεψα και σε φούρνο. Εζύμωνε ο φούρναρης κι εγώ έπλαθα, έκοβα κουλούρια, έβανα τις φραντζόλες να ανεβούνε, όλες τις δουλειές έκανα. Ύστερα επαντρεύτηκα τον Πέτρο. Ήμουν δεκαεπτά χρονώ. Συναντηθήκαμε και αγαπηθήκαμε, επαντρευτήκαμε γρήγορα και κάναμε πέντε παιδιά. Ο άντρας μου είναι πια πεθαμένος, παραπάνω από 30 χρόνια». Ο Πέτρος ήταν γεωργός.

Έβαζε φασολάκια, ντομάτες, κολοκύθια, κρεμμύδια. Εκείνα που θέλαμε για το σπίτι. Όταν σχολούσα, ερχόμουν να μαγειρέψω σπίτι για να φάει ο κύριος, η πεθερά και τα παιδιά. Εκάναμε τον μπακαλιάρο πλακί με ντομάτα, πατάτες βραστές σαλάτα, και το σαβόρι που κρατούσε το παίρναμε στην εξοχή και κάναμε εκεί την εμπασάδα μας (δουλειά).

Τα δύσκολα χρόνια ήρθαν μετά. »Σε εκείνη τη μαύρη περίοδο της Κατοχής κάναμε τη σούπα με ραντό. Ρίχναμε δηλαδή αλεύρι μέσα στο νερό και το βράζαμε με ένα κομμάτι σύγλινο για να βγάλει ζουμί. Κι ερχόνταν οι άντροι απόξω και τρώγανε ένα ραντό και πιανόνταν τα εσωτερικά τους που ήταν κρύα. Τώρα πια, όταν ένα φαγητό χαλάσει, λέμε πέτα το, έγινε σαν ραντό, δηλαδή ένα πράγμα σαν ενιαία μάζα. »Στάρ’ αλέθαμε ανάμεσα σε δύο πέτρες και εγινόταν ο χόντρος. Αυτό ήταν το ρύζ’ μας. Το κάναμε νερόβραστο και ύστερα με λάδι ή βούτυρο ή σύγλινο ή λουκάνικο».


Η Φραντζέσκα και η Φρόσω είναι γερά ποτήρια. Καλαμπουρτζούδες. Η χαρά της ζωής. Έκαναν πλάκα μεταξύ τους λες κι ήταν 15 χρονών φιλενάδες στο προαύλιο του σχολείου. Ξεκαρδίζονταν, τάιζαν η μία την άλλη και έπαιρναν πόζες σαν μοντέλα. Κατευχαριστήθηκαν το μαγείρεμα και τη φωτογράφιση, ήπιαν τα ρακάκια τους κι ύστερα κατάκοπες πήγαν στα κρεβάτια τους για μια απογευματινή σιέστα. Πριν φύγουμε, μας έδωσαν από ένα μπουκέτο με βασιλικά, γαρίφαλα και καλλιστήμονες. «Με το καλό να σας ξαναδούμε. Να ζούμε όλοι, να ξαναρθείτε».

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών