«Τώρα που είναι άνοιξη και τα λουλούδια ανθίζουν
οι νύχτες με ζαλίζουνε τ’ αγόρια όταν σφυρίζουν…»*

Μπορεί το τραγούδι του Χατζιδάκι να έρχεται συχνά πυκνά στα χείλη (με την άγουρη κοριτσίστικη φωνή της Μούσχουρη του πρώιμου ’60), ωστόσο, εκτός από τη διαπίστωση ότι ποτέ σχεδόν δεν μαθαίνουμε πού υπάρχει η αγάπη μας, υπάρχει και η άλλη, η πέραν πάσης αμφιβολίας διαπίστωση: τα αγόρια δεν σφυρίζουν πια. Δεν σφυρίζουν ούτε σε ένδειξη θαυμασμού, αλλά ούτε και στο απλούστερο, για να εκδηλώσουν χαρά.

Τι άνοιξη λοιπόν; Άσε που από τη φύση της ακυρώνει και διαψεύδει τον λεπταίσθητο Μάνο Χατζιδάκι και την αναζήτηση της μιας και μόνης αγάπης, γιατί, αν κάτι υμνεί και δοξάζει αυτή η εποχή που διανύουμε, είναι τα δεκάδες σφιχτά, ολίγον όξινα, ολίγον γλυκά φύλλα της αγκινάρας, η οποία ζει τις καλύτερες ώρες και μέρες της. Σας απομάγευσα; Ξανασκεφτείτε το, μπορεί να τραγουδάμε με μισόκλειστα βλέφαρα για τον έναν και μόνο έρωτα που δεν ξέρουμε πού είναι (και μάλιστα, όταν θα τον βρούμε, θα οδηγηθούμε στον βωμό με το λευκό φόρεμα, αυτό δεν είναι απομάγευση;), όμως η γη και η εποχή μάς φωνάζει πως η αγκινάρα έχει την τιμητική της και «αγκινάρα» σημαίνει καρδιά έτοιμη για πολλούς ενθουσιασμούς και σκιρτήματα. Καρδιά αγκινάρα – καρδιά ανοιξιάτικα φουλαριστή. Η φύση δεν κάνει ποτέ λάθος.

Ένα μόνο λάθος υπάρχει, και αυτό είναι ανθρώπινο. Ανάμεσα στις αποχρώσεις του πράσινου, που αριθμούν αισίως 48 και από τις οποίες οι μισές και παραπάνω ονοματίζονται από τα αγαθά της χλωρίδας, αυτό το πράσινο της αγκινάρας, αναμεμειγμένο με χλωμό κίτρινο και συχνά και μαβί, δεν έχει θέση στις αποχρώσεις.

Γεμάτες φύλλα που ποθούν και συλλέγουν πάθη, αλλά και τόσο ευπαθείς, που μαυρίζουν με την παραμικρή κακομεταχείριση. Γιατρικό και πανοπλία τους το λεμόνι, όχι απλές σταγόνες, αλλά ολόκληρη η λεμονόκουπα τρίβεται πάνω τους για να τις προφυλάξει. Και στο νερό που κολυμπούν καθαρισμένες από το χνούδι, κι εκεί δίπλα τους λεμόνια να τις συνοδεύουν.

Το καθάρισμά τους είναι μια ιεροτελεστία ικανή να ξεδιψάσει κάθε φετιχισμό – περιλαμβάνει μια ποικιλία δεξιοτήτων του χεριού, τραβήγματα, αποφασιστικά κοψίματα, ξεφλουδίσματα, καμπύλες, λειάνσεις με το μικρό μαχαίρι των λαχανικών, σκάλισμα μαλακό, αλλά επίμονο με το μικρό κουταλάκι (κι αυτό λεμονισμένο). Άσπιλες πλέον, παραδίδονται προς βρώση: καλές και αλά πολίτα, καλές και οι αυγολέμονο, αλλά ωμές είναι ανυπέρβλητες: κομμένες λεπτές, σχεδόν σαν τσιγαρόχαρτο (λεμονισμένο και το μαχαίρι που θα τις κόψει), με μπόλικο πιπέρι, ρυάκια από άριστο λάδι και ξύσματα τυριού – αρσενικό Νάξου πρότεινε ο φίλος μας Μπουλιάνι, ας τον ακούσουμε.

*Από το τραγούδι «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου», σε μουσική και στίχους του Μάνου Χατζιδάκι, που πρώτη τραγούδησε η Νάνα Μούσχουρη.

*To άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Απριλίου, τεύχος 156.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών