Κάθε χρόνο όταν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, έρχεται αυτόματα στο μυαλό μου μία από τις πιο έντονες παιδικές μου αναμνήσεις συνδεδεμένες με τις μέρες τούτες. Δεν είναι ούτε οι μυρωδιές από τις περίφημες μανιάτικες δίπλες της μάνας μου, λεπτές σαν διάφανες και θαυμαστά τραγανές και μελωμένες, ούτε τα μελομακάρονά της. Δεν είναι καν το στόλισμα του δέντρου και τα δωράκια κάτω από τα κλαδιά του, ούτε οι σχολικές διακοπές. Είναι μια μικρή ποδαράτη διαδρομή για τα ψώνια των γιορτών. Αυτή είναι η πιο ζωντανή χριστουγεννιάτική μου ανάμνηση.

Γινόταν πάντα ένα απόγευμα λίγο πριν νυχτώσει, κάπου μία εβδομάδα πριν από την ημέρα των Χριστουγέννων. Η μαμά άνοιγε το σπαστό σιδερένιο καροτσάκι της λαϊκής, με το οποίο έκανε όλα της τα ψώνια για να μην κουβαλάει βάρος, με έπαιρνε από το χέρι και ξεκινούσαμε. Η γειτονιά μας ήταν ήσυχη και απόμερη, μακριά από τις φασαριόζικες πλατείες της Ηλιούπολης. Διασχίζαμε με το θορυβώδες καροτσάκι τα ριζά ενός λόφου με βράχια και μπαίναμε στο αλσάκι, ένα από τα δεκάδες εκεί γύρω, απομεινάρι δάσους του Υμηττού που δεν οικοδομήθηκε. Σκοτεινό και σιωπηλό, με φόβιζε λιγουλάκι, αλλά παρηγοριόμουν γιατί ανάμεσα από τα δέντρα και τα βαριά κλαδιά τους φαίνονταν τα φωτάκια της λεωφόρου και ο προορισμός μας: τα μαγαζιά!

Πρώτο πρώτο ένα μικρό σούπερ μάρκετ, τοπικό και ανώνυμο, αλλά γεμάτο φως και πλήθος παράξενα πράγματα και λιχουδιές, που το επισκεπτόμασταν πάντα μόνο σε γιορτές – τις άλλες μέρες του χρόνου είχαμε τον μπακάλη και τη λαϊκή. Στις γιορτές όμως η μαμά ήθελε πέντε πράγματα παραπάνω, που δεν τα έβρισκε στην μπακαλική, αλλά μόνο στο περίφημο σούπερ μάρκετ. Ιδέα δεν είχα τι έψαχνε, εγώ τριγύριζα στους διαδρόμους του με τα χρωματιστά μπουκαλάκια, πακετάκια, σακουλάκια και κουτάκια, και χαζολογούσα μέχρι να τη συναντήσω ξανά σε κάποιον διάδρομο να διαβάζει από το χαρτάκι με τη λίστα τα ψώνια της. Ποτέ δεν τη ρώτησα τι το ξεχωριστό αγόραζε από το σούπερ μάρκετ που δεν το έβρισκε στον Κώστα τον μπακάλη. Με ενθουσίαζε τόσο το σουλατσάρισμα στους διαδρόμους, που δεν ενδιαφέρθηκα ποτέ τι το ιδιαίτερο έβρισκε εκεί η μάνα μου. Βγαίναμε, τακτοποιούσαμε τις τσάντες με τα ψώνια στο καροτσάκι –τα βαριά κάτω, τα ελαφριά πάνω– και προχωρούσαμε παραδίπλα, στο ισόγειο γιαπί μιας διπλοκατοικίας που τις ημέρες των Χριστουγέννων γέμιζε μπάλες και στολίδια και φουσκωτούς Αγιοβασίληδες.

Εκεί, αν ήμουν γάτα, σίγουρα θα γουργούριζα. Με άφηνε να διαλέξω χρωματιστές μπάλες, μόνο γυάλινες τότε, μικρές και μεγάλες, και κυρίως κόκκινες, που με τα δεκάδες λαμπιόνια που κρέμονταν από το τσιμεντένιο ταβάνι και καθρεφτίζονταν πάνω τους, έμοιαζαν αμέτρητες. Μια αστραφτερή, πολύχρωμη και μπιρμπιλωτή θάλασσα. Εκείνη διάλεγε τα χρωματιστά φωτάκια, που κάθε φορά μέχρι του Άη Γιαννιού ήταν τα μισά καμένα και τα πετούσαμε, και ασημένιες γιρλάντες-βροχή. Τυλίγαμε τα στολίδια και τις μπάλες σε τσιγαρόχαρτα, τα ακουμπούσαμε απαλά πάνω πάνω στα ψώνια στο καρότσι και ξεκινούσαμε για την επιστροφή. Και γι’ αυτήν ανυπομονούσα, γιατί θα περνούσαμε από την κάβα. Τι κάβα δηλαδή, ένα ημιυπόγειο, αλλά δροσερό και μισοσκότεινο, που Μοσχοβολούσε χύμα κρασί. Τα τελευταία γιορτινά ψώνια ήταν εκεί: ένα μπουκάλι Μεταξά τριών αστέρων για τα μελομακάρονα, Μαυροδάφνη και το σταθερό μας χριστουγεννιάτικο ποτό, λικέρ παρφέ ντ’ αμούρ που η μαμά σερβίριζε στους καλεσμένους σε μικροσκοπικά σκαλιστά κρυστάλλινα ποτηράκια, κλειδωμένα όλο τον χρόνο, αλλά περήφανα παραταγμένα στο τραπέζι του σαλονιού στις γιορτές, αστραφτερά και πεντακάθαρα.

Με το σαματατζίδικο καροτσάκι να ανηφορίζει για τη γειτονιά μας και τις σακούλες με τις μποτίλιες δεμένη στο χερούλι του φτάναμε σπίτι, ολοκληρώνοντας για άλλη μία χρονιά τις χριστουγεννιάτικες αγορές. Αυτές ήταν όλες κι όλες. Τοπικές, φωτεινές και μυρωδάτες. Και για πάντα τυπωμένες στο μυαλό μου σαν την πιο συναρπαστική προετοιμασία για τη μεγάλη αναμονή της γιορτής. Κάποια στιγμή, πρέπει να ρωτήσω τη μαμά τι ψώνιζε αποκλειστικά για τις γιορτές από το μικρό μας συνοικιακό σούπερ μάρκετ. Πριν να είναι αργά.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος, τεύχος 188.

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών