Πόλη τυλιγμένη στη γάζα ενός αστικού μύθου, η Ξάνθη είναι με την παλιά της συνοικία ένας τόπος μυστηρίου και περιπλάνησης. Θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που περπάτησα στα δρομάκια της ήταν στις Γιορτές της Παλιάς Πόλης και, λόγω της πολυκοσμίας, δεν μπόρεσα να μεταλάβω όσο ήθελα από το πνεύμα της. Η επόμενη ευκαιρία ήταν σε συνθήκες γαλήνης, ο ουρανός είχε φθινοπωρινή γκριζάδα, οι στέγες είχαν ξεπλυθεί από τη βροχή, ο αέρας έφερνε μυρωδιά από ξύλα που τριβόλιζαν, από κάστανα που ψήνονταν, από καφέ που φούσκωνε. Αυτό έφερνε η φαντασία, και οι αισθήσεις ανταποκρίνονταν. Η Ξάνθη ανοιγόταν μισοφωτισμένη, στα όρια της ψευδαίσθησης, τόση ήταν η απόλαυση του περιπάτου στη σκιά των σπιτιών της. Θα ήθελα να ήξερα τις πρώτες αναμνήσεις του Μάνου Χατζιδάκι από αυτή την πόλη, όπου είχε τα πρώτα του βιώματα και τα πρώτα μαθήματα μουσικής. Από τα παράθυρα του ορόφου όπου ήταν η οικογενειακή εστία έβλεπα τώρα, δεκαετίες μετά, τις στέγες κόκκινες και συμπαγείς, όπως και τότε, δίρριχτες ή τετράρριχτες, με κωδωνοστάσια και δασωμένες βουνοκορφές να ρηγματώνουν αυτό το τοπίο, βαμμένο σε χρώματα τερακότα και κυπαρισσί, βουτηγμένο σε υγρό τούλι, βιωμένο σε πόρους που έχουν πλέον εκλείψει και αυτοί. Αλλά επέμενε εκείνη η αίσθηση, του πρώτου βλέμματος στη ζωή. Ανέβαινα το κεντρικό κλιμακοστάσιο του αστικού μεγάρου, όπου σε έναν όροφο ήταν το οικογενειακό σπίτι του Μάνου Χατζιδάκι. Για έναν επισκέπτη του σήμερα, η σκηνή είναι κινηματογραφική, ιδρύεται πάνω σε ένα καθεστώς δέους και αμηχανίας, ανεβαίνεις και θέλεις μόνο να ψιθυρίζεις, οι κινήσεις να είναι προσεκτικές, το βλέμμα θωπευτικό, όχι αδηφάγο. Αν και είναι ένα αστικό παλάτσο της Ξάνθης από την περίοδο της ακμής, από τα φιλελεύθερα χρόνια οικονομικής κινητικότητας της οθωμανικής μπελ επόκ, κυριαρχεί η παράταιρη αίσθηση ενός καθεδρικού ναού της φαντασίας. Αν ήταν πράγματι ναός, το φως θα ερχόταν χλωμό από τα φίλτρα των βιτρό, αλλά εδώ νιώθεις την πόλη να εισχωρεί μέσα ευρύχωρη. Νιώθεις τον παλμό της να έχει γίνει λίθινα αγκωνάρια και το ίδιο το σπίτι να είναι φτιαγμένο από μια μαγιά της πόλης, από τα σωθικά της.

Εδώ ήταν ο μικρός Μάνος. Όσα και να έχεις ακούσει, εντυπωσιάζει το μεγαλοαστικό εκτόπισμα αυτού του κτιρίου. Η κεντρική σάλα στο διαμέρισμα θυμίζει αίθουσα χορού. Οι ψευδοπαραστάδες είναι ζωγραφισμένες στους τοίχους με κορινθιακά επίκρανα, υπάρχει ένα υβριδικό μείγμα από μια πλατιά αισθητική παλέτα: οθωμανική μπουρζουαζί, ελληνική μνήμη, κλασικός κανόνας, νεομπαρόκ ακκισμός. Και όλα αυτά σε αυτό το μέγαρο που έχτισε ένας από τους προύχοντες της Ξάνθης, ένας Εβραίος αστός, τότε που η Θράκη ήταν αυτό το χωνευτήρι των βλεμμάτων, των τρόπων, των φιλοδοξιών. Αλλά ο μικρός Μάνος είχε τα πρώτα του ακούσματα σε αυτό το σπίτι, σε αυτή την πόλη, σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα ενός ορισμένου αστικού ύφους. Ο μικρός Μάνος διέπλασε το βλέμμα του όταν η Ξάνθη ήταν μία από τις πρωτεύουσες του καπνού. Το εμπόριο κρατούσε ακόμη καλά στον Μεσοπόλεμο, τα ανατολικά καπνά ήταν περιζήτητα και ο πλούτος των εμπόρων έφτιαχνε όμορφα σπίτια, που σήμερα τα χαιρόμαστε. Σκεφτόμουν, αναπόφευκτα, το ταπεινότερο ισόγειο διαμέρισμα στο Παγκράτι, όπου είχε ζήσει ως νέος συνθέτης ο Μάνος Χατζιδάκις στην Αθήνα. Σε ένα μεσοπολεμικό κτίριο, συμπαθές και έντιμο, σε έναν δρόμο μικρό, που δεν κοιτούσε στέγες κεραμιδένιες και δασωμένες πλαγιές. Στη μεγάλη σκάλα του αστικού μεγάρου της Ξάνθης, ξέρεις πως στην κορύφωσή της θα συναντήσεις το βλέμμα του μικρού Μάνου, σε εκείνη τη διάσημη φωτογραφία στην αγκαλιά της μητέρας του. Και είναι το βλέμμα βαθύ και υγρό, και είναι τα μάτια καστανά, και είναι το χέρι της μάνας προστασία. Είναι εκεί, σε μια μεγεθυμένη φωτογραφία, τραβηγμένη πριν από πολλά χρόνια σε κάποιο ατελιέ φωτογράφου. Στα άδεια σαλόνια, στα ψηλά παράθυρα, στους ζωγραφισμένους τοίχους, η παρουσία γίνεται απουσία και η επιθυμία ανάγκη.

Δείτε 7 πρωτότυπες συνταγές για το γιορτινό τραπέζι, μαγειρεμένες στο σπίτι που έζησε μικρός ο Μάνος Χατζηδάκις:

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος, τεύχος 176.

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών