ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΥΖΙΝΕΣ

Βάλτερ Φανιόνι: ο σεφ που μας έμαθε τις καρμπονάρες και το προσούτο

Το Al Convento ήταν το πρώτο ιταλικό εστιατόριο της Αθήνας. Όλη η καλή κοινωνία στη δεκαετία του ’70 πέρασε για να δοκιμάσει τα φαγητά του Ίταλού.

16.05.2022
Φωτογραφίες: Δημήτρης Βλαΐκος
Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο

«Γεννήθηκα… παλιά. Εκεί που βγαίνει το μισό ρύζι της Ιταλίας, στο Λάγκο Ματζόρε (Lago Maggiore), μια ωραία περιοχή λίγο έξω από το Μιλάνο, κοντά στη Ναβάρα, στο Πιεμόντε. Ήμασταν μόλις 30 χιλιόμετρα από το Μιλάνο κι έτσι όλα τα κάναμε εκεί. Εμείς μικροί δεν τρώγαμε και τόσο μακαρόνια, όσο ρύζι. Ειδικά μετά τον πόλεμο, τα πρώτα χρόνια, που ήταν ακόμα πολύ χωρισμένη η βόρεια με τη νότια Ιταλία, μεγαλώσαμε με ρύζι. Κάθε μεσημέρι Κυριακής κάναμε ζωμό με τις κότες και μετά η μάνα μας έφτιαχνε ριζότο με μανιτάρια ή σαφράν, ένα από τα δύο, δεν είχαμε και πολλές παραλλαγές. Αυτές ήταν οι βασικές τροφές της νιότης μου. Μετά βέβαια τρώγαμε και την κότα, αλλά γενικά δεν το πολυσυνηθίζαμε το κρέας».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Τα παιδιά του Βάλτερ και της Έλντας έχουν παντρευτεί με Έλληνες και τους έχουν χαρίσει τέσσερα εγγόνια. Στη φωτογραφία ο γιός του Ντάριο, και τα δύο παιδιά του.

«Τη γυναίκα μου την Έλντα τη γνώρισα όταν ήμουν 18 κι εκείνη 16, εκεί στην πατρίδα, και της άρεσε κι ένας φίλος μου στην αρχή, αλλά τέλος πάντων τη συγχώρεσα. Ήμουν τότε στο Πανεπιστήμιο στο Μιλάνο. Έπρεπε, βλέπεις, να γίνω δικηγόρος. Έτσι είχα αποφασίσει να κάνω. Μετά όμως ήρθα εδώ στην Ελλάδα για διακοπές, τον Απρίλη του ’67, μαζί με τη μέλλουσα πεθερά μου και την Έλντα, και τον άλλο χρόνο, το ’68 τον Σεπτέμβρη, ήρθα ξανά σε κάτι φίλους στο Σούνιο. Το ’69 πήγαμε βόλτα στη Βουλγαρία και στην Τουρκία με έναν φίλο, γυρίσαμε πάλι από Ελλάδα, καθίσαμε κάμποσο και κάπως έτσι είχε γίνει συνήθεια κάθε χρόνο να ερχόμαστε εδώ».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Τα ραβιόλια που λάτρευε ο Αλέκος Αλεξανδράκης, τα λατρέψαμε κι εμείς

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
«Η χειρότερη φρέσκια ντομάτα για μένα είναι καλύτερη από την καλύτερη κονσέρβα» μας είπε ενώ μαγείρευε

«Στις 20 Ιουλίου του ’69, τη χρονιά που οι Αμερικανοί πήγαν στο φεγγάρι, μαζευτήκαμε όλη η παρέα σε ένα σπίτι στο Μιλάνο. Όλο φοιτητές, και μαζί ήταν και ένας φίλος που του άνοιγαν οι γονείς του ένα κάμπινγκ στη Σαρδηνία. Μου λέει τότε εκείνος: “Πολύ ωραία δουλειά, καλοκαίρι, μπάνια, κοπέλες, ωραία ζωή”. Το σκεφτήκαμε και το συζητήσαμε με την Έλντα και είπαμε γιατί να μην το κάνουμε αυτό κι εμείς στην Ελλάδα. Έτσι, την Πρωτοχρονιά του ’70 πήγα στον ΕΟΤ, όπου μου είπαν πως θέλουν επενδυτές με λεφτά και δεν ενδιαφέρονταν για κάμπινγκ. Οι εποχές δεν ήταν για τέτοια πράγματα κι έτσι παρατήσαμε την ιδέα. Πριν φύγουμε από Ελλάδα, βγήκαμε ένα βράδυ με έναν καλό μου φίλο και μου είπε: “Και γιατί δεν κάνουμε ένα ιταλικό εστιατόριο;”. “Νίκο, εγώ δεν ξέρω να κάνω ούτε δύο αυγά βραστά”, του απάντησα τότε εγώ, αλλά εκείνος επέμεινε και μου εξήγησε ότι θα φέρναμε μαγείρους από Ιταλία, θα βρίσκαμε σερβιτόρους κι έναν ωραίο χώρο. Στα είκοσι, όλα μας φαίνονταν εύκολα. Κι είπαμε λοιπόν: “Γιατί όχι;”».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Κοτολέτες α λα μπολονιέζε. Θεϊκές!

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Μπόλικη τριμμένη παρμεζάνα στο τελείωμα του φαγητού

«Έτσι, χωρίς πολλή σκέψη, παράτησα τη Νομική στον πέμπτο χρόνο. Κι ούτε το έχω μετανιώσει ποτέ, γιατί στη ζωή μου εγώ δεν έχω μετάνοιες. Que sera sera [ό,τι είναι να γίνει θα γίνει]. Βρήκαμε δύο-τρία μαγαζιά και διαλέξαμε αυτό στην Αναπήρων Πολέμου δίπλα στη Μονή Πετράκη – γι’ αυτό και το είπαμε Al Convento, που σημαίνει “το μοναστήρι”. Μετά το είπα στους γονείς μου. Στην αρχή ήταν λίγο δύσκολο, αλλά δεν μου είπαν τίποτα, μου έδωσαν και λεφτά για να έρθω και να το πάρω. Στο μεταξύ, με την Έλντα παντρευτήκαμε και κάναμε και δύο παιδιά – κι αυτά με τη σειρά τους έχουν παντρευτεί με Έλληνες και έχουμε τέσσερα εγγόνια».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Μπολονέζικη συνταγή από το 1300, ή ίσως και ακόμα παλαιότερη

«Έτσι που λες, στις 28 Απριλίου του ’71 ανοίξαμε το Al Convento. Ξεκινήσαμε εντελώς απροετοίμαστοι. Προφανώς και δεν ήταν τελικά τόσο απλό όσο έλεγε ο φίλος μου. Είχε πολλές δυσκολίες, που δεν τις είχαμε υπολογίσει τότε. Ευτυχώς, μεσολάβησε το πρώτο καλοκαίρι και με τις πρώτες ζέστες δεν ερχόταν κανείς, κι έτσι βρήκαμε χρόνο να οργανωθούμε. Κλείσαμε και ξανανοίξαμε αρχές φθινόπωρου».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο

«Σύντομα διαπίστωσα ότι ήταν πολύ καλύτερα από το να κάνω τον δικηγόρο. Ήταν σαν ένα πάρτι κάθε βράδυ. Πήγαινα εκεί 6.30-7 η ώρα το απόγευμα και μόλις άρχιζε να μπαίνει κόσμος, ήταν μια γιορτή κάθε μέρα. Σιγά σιγά άρχισα να μαθαίνω και μερικές λέξεις ελληνικές. Μετά από έξι μήνες, μιλούσα ελληνικά και με καταλάβαιναν. Μιλούσα με τον κόσμο, γελούσαμε, στις 2 η ώρα τη νύχτα πηγαίναμε στα μπουζούκια, μου έλεγαν: “Βάλτερ, πάμε στη Νεράιδα, θα έρθεις;”. Και έπαιρνα τη γυναίκα μου και πηγαίναμε».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Old school σερβίρισμα μέσα σε φωλιά παρμεζάνας

«Επειδή ήταν το πρώτο ιταλικό στην Αθήνα, γι’ αυτό είχε και τρομερή επιτυχία. Εμείς δεν το περιμέναμε. Το έγραψε τότε ο “Ταχυδρόμος”, το έγραψαν όλοι. Ήταν ένα γεγονός, όχι όπως τώρα που ανοίγουν εκατοντάδες μαγαζιά συνέχεια. Και ήταν και ο πρέσβης, που έκανε τα εγκαίνια και δημιουργήθηκε ένα κλίμα ευνοϊκό προς εμάς. Βάλαμε την ιταλική και την ελληνική σημαία να αγκαλιάζονται και ήταν όμορφα. Παρόλο που ήταν ένα εστιατόριο απλό, έγινε κάτι αδελφικό. Εγώ εδώ έχω αισθανθεί σαν σπίτι μου. Παρότι είμαι βόρειος, νιώθω νότιος. Δεν μου πάει η ομίχλη. Εδώ περνούσα πάντα καλά, ήταν όλα εύκολα, ήταν και η ηλικία που τα κάνει πιο εύκολα ακόμα».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο

«Είχαμε στην αρχή έναν μάγειρα από τη Σαρδηνία και έναν από το Μιλάνο. Τις πρώτες εποχές που οι Έλληνες δεν ήξεραν τίποτα από ιταλική κουζίνα, όλο τσακωνόμουν. Μου ζητούσαν συνέχεια μακαρόνια μπολονέζ και ναπολιτέν. Αυτά έτρωγαν. Κάποια στιγμή αποφάσισα να λέω ότι δεν έχουμε. Και μου έλεγαν: “Πώς δεν έχει, πώς γίνεται ιταλικό εστιατόριο να μην τα έχει αυτά;”. Εγώ τους απαντούσα ότι έχει τόσα άλλα, τους έστελνα μικρά πιάτα για να δοκιμάσουν και κάπως έτσι ξεκίνησαν και μάθαιναν και τα υπόλοιπα. Αρχίσαμε να κάνουμε γνωστά την αματριτσιάνα, την καρμπονάρα, τα ριγκατόνι με τέσσερα τυριά. Και μετά γινόταν χαμός και τα ζητούσαν όλοι. Πρέπει να έχουμε πουλήσει ένα εκατομμύριο τέτοια, τόσα χρόνια».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο

«Όταν έφερα για πρώτη φορά προσούτο –ένα-δύο μπούτια μέσα στη βαλίτσα–, δεν το είχε κανείς στην Ελλάδα. Άρεσε πάρα πολύ στον κόσμο κι έπρεπε να το φέρνουμε συχνά. Όμως είχαμε πρόβλημα με το τελωνείο και δεν μπορούσαμε να κάνουμε εισαγωγές. Έτσι τον πρώτο καιρό το προσούτο μας το έφερναν νταλίκες από την Ιταλία. Γνώριζα κάτι πελάτες, οδηγούς Ιταλούς, και τους έλεγα “ελάτε να φάτε ένα βράδυ να σας κάνω το τραπέζι”. Τους ζήτησα αν μπορούν όταν έρχονται να μου φέρνουν δύο-τρία προσούτα. Εντάξει, ήταν μικρό λαθρεμπόριο… [γελάει]. Με έπαιρναν λοιπόν τα βράδια που έφταναν και μου έλεγαν “είμαι στη Λαμία και γύρω στη μία-μιάμιση θα είμαι σε ένα βενζινάδικο στον αυτοκινητόδρομο”. Πήγαινα εκεί με το αυτοκίνητο, μου τα έδιναν, τα πλήρωνα, μετά μου ξανάφερναν, αλλά κάθε τόσο ξεμέναμε γιατί η κατανάλωση ήταν μεγάλη. Μέχρι που τελικά βρήκαμε τρόπο να τα φέρουμε επίσημα. Αλλά η αρχή ήταν λίγο σκοτεινή. Από την Ιταλία τότε φέρναμε και ρύζι, αλλά το ριζότο δεν άρεσε πολύ στους Έλληνες. Τα πορτσίνι όμως, που δεν τα γνώριζαν μέχρι τότε, τους άρεσαν πολύ. Και κρασιά φέρναμε από την Ιταλία, αν και ο κόσμος τότε έπινε πολύ Δεμέστιχα, Σάντα Λάουρα, Σάντα Έλενα».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο

«Δεν μαγείρευα ποτέ στο εστιατόριο, αλλά έμαθα να μαγειρεύω γιατί μου άρεσε πολύ. Πέρναγα πολύ χρόνο κάτω στην κουζίνα με τους Ιταλούς. Ήταν ένα μικρό πρόβλημα όταν κάθε φορά έφευγαν και άλλαζε το χέρι. Ύστερα ανέλαβε ένα παιδί, που τελικά πήρε σύνταξη από εμάς. Έμαθε τις συνταγές, είχαμε και δύο μαγείρους και σερβιτόρους που έμειναν μαζί μας πάνω από 30 χρόνια ο καθένας».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Στο εστιατόριο δεν μαγείρευε ο ίδιος, όμως έμαθε να μαγειρεύει γιατί του άρεσε πολύ

«Σιγά σιγά έγινε πολύ γνωστό το μαγαζί. Από τις μεγαλύτερες βοήθειες μας έδωσαν οι καλλιτέχνες που άρχισαν να έρχονται. Χατζιδάκις, Βουγιουκλάκη, Παπαμιχαήλ, Γαληνέα, Αλεξανδράκης, Μαστοράκης, Μπέτυ Λιβανού. Όλοι αυτοί περνούσαν από το Al Convento μετά το θέατρο, στις 12-12.30, και ο κόσμος το είχε μάθει. Μετά τις 12, ξαναγεμίζαμε όλο το μαγαζί. Τους άρεσε γιατί έβλεπαν όπως έτρωγαν δίπλα όλους αυτούς τους διάσημους. Η Βουγιουκλάκη δεν έφευγε ποτέ. Πήγαινε 3 η ώρα τη νύχτα, της έλεγα “να σας αφήσω τα κλειδιά και αν μπορείτε να έρθετε να ανοίξετε στα παιδιά αύριο το απόγευμα;”. Κι εκείνη μου έλεγε: “Άντε, μωρέ, σε βαρέθηκα, όλο παράπονα πια”. Ωραία γυναίκα ήταν».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Καθώς ετοίμαζε το φαγητό μας διηγούνταν τις ιστορίες της ζωής του

«Εκείνα τα χρόνια περνούσαν από το μαγαζί όλοι. Όλοι οι πολιτικοί, οι θεατράνθρωποι. Θυμάμαι μια μέρα καθόταν η Δανδουλάκη κι έτρωγε, ήταν η περίοδος που έπαιζε στη “Λάμψη”. Ήταν τρεις κυρίες στο διπλανό τραπέζι και όλο ψιθύριζαν. Στο τέλος γυρνάει μία που δεν κρατήθηκε άλλο και της λέει: “Κυρία Δράκου, χωρίζετε ή θα μείνετε τελικά μαζί με τον Γιάγκο;”. Ένα άλλο βράδυ, μόλις είχε κερδίσει τις εκλογές ο πατέρας Μητσοτάκης, Παρασκευή βράδυ ήταν θυμάμαι, ήρθε στο Al Convento να φάει μετά το γλέντι στο Σύνταγμα. Μόλις μπήκε, χειροκρότησαν όλοι. Είχαμε άλλο τμήμα για το ΠΑΣΟΚ [γελάει] και αριστεροί δεν πολυέρχονταν. Ένα βράδυ πριν σκοτωθεί, είχε έρθει στο Al Convento ο Αλέκος Παναγούλης».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο

«Μεγάλη βοήθεια μου έδωσε ο Φρέντυ Γερμανός, που τότε ήταν αστέρας στην Ελλάδα και με κάλεσε στην εκπομπή του, όπου το ίδιο βράδυ ήταν η Μαρινέλλα και παρουσίαζε έναν καινούργιο δίσκο, την “Αλβανία”. Μετά μιλήσαμε με τον Φρέντυ και είπαμε για το Al Convento, κι ήρθε και η κουβέντα και στον πατέρα μου, που είχε έρθει στην Ελλάδα κι είχε τραυματιστεί στη μάχη στο Τεπελένι. Άρχιζαν τότε να με παίρνουν τηλέφωνο εκατοντάδες άνθρωποι [το ’70 ζούσαν όλοι όσοι είχαν πάει στον πόλεμο το ’42-’43] και να μου λένε “Παιδί μου, ήμουν κι εγώ στο Τεπελένι εκείνη την ημέρα” κι έρχονταν να με δουν. Μάλιστα με είχε ρωτήσει ο Γερμανός αν έχω κανένα θυμό με την Ελλάδα και του είπα: “Εγώ; Αλίμονο, εδώ με φιλοξενούν, κάνω ωραία ζωή. Ίσα ίσα, είναι η καλύτερη τύχη που μπορούσε να μου συμβεί”. Ε, και αυτό μας βοήθησε πολύ να μας γνωρίσουν».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Κλασική τεχνική παναρίσματος για τις λεπτές φέτες της μοσχαρίσιας entrecôte

«Ωραία χρόνια. Είχε και πολλή δουλειά τότε, όχι όπως στις σημερινές εποχές που ακούς όλο παράπονα. Τότε έψαχνες δουλειά και την άλλη μέρα έβρισκες. Τα λεφτά γυρνούσαν. Δεν γινόσουν πλούσιος, αλλά και τι με νοιάζει, εγώ ήθελα να περάσω μια ωραία ζωή, όχι να πλουτίσω. Και δόξα τω Θεώ το κατάφερα, ό,τι ήθελα από τη ζωή το πήρα. Όχι όλα, αλλά τα πιο πολλά».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο

«Το Al Convento έκλεισε το 2000. Λίγο πιο πριν, το ’97, είχαμε βρει ένα μαγαζί δίπλα στο Abreuvoir, παραδίπλα από το Al Convento, και πήγαμε πολύ καλά μέχρι την κρίση. Το λέγαμε Stars και μάζευε πολύ κόσμο. Ήταν βραδιές που στην πλατεία αυτή που είναι έξω από το Stars μπορεί να είχε και 25-30 σωματοφύλακες, μηχανές, αστυνομία, ειδικά τα καλοκαίρια στον κήπο. Μέχρι το 2011 κράτησε όλο αυτό. Κι εγώ είχα κάπως κουραστεί πια. Τώρα πια μένουμε έξι μήνες τον χρόνο στην Κεφαλονιά, τρεις μήνες στην Αθήνα και άλλους τρεις μήνες στο Μιλάνο. Στο σπίτι μαγειρεύουμε πολύ ελληνική κουζίνα, γιατί την αγαπάμε. Η Έλντα κάνει πολύ νόστιμο το μπριάμ και το φρικασέ, της αρέσουν τα αυγολέμονα και το σπανακόρυζο, που μου αρέσει κι εμένα πολύ. Τώρα τελευταία, ευτυχώς βρίσκεις τέτοιες παραδοσιακές συνταγές και σε κάποια εστιατόρια στην Ελλάδα – καμιά φορά, και με λίγα φύκια γουακάμι από πάνω [γελάει]. Θα μου άρεσε πολύ μερικοί μάγειρες, αντί να ασχολούνται με ελληνο-γιαπωνέζικη ή περουβιανο-ελληνική κουζίνα, να έκαναν πιο μοντέρνες ελληνικές συνταγές. Εγώ κάθε φορά που ταξιδεύω στην Ελλάδα βρίσκω συνταγές που δεν ξέρω, και λυπάμαι που δεν ασχολούνται οι πολλοί. Το κεφαλονίτικο σοφιγάδο και η κρεατόπιτα, που δεν την έχω δει παρόμοια πουθενά αλλού εκτός από την Κεφαλονιά, τα άφθονα μανιτάρια που βρήκαμε και δοκιμάσαμε στο Πάπιγκο με την Έλντα όταν πήγαμε το καλοκαίρι, η κερκυραϊκή κουζίνα με τα υπέροχα μπιάνκο της, αλλά και στα νησιά στο Αιγαίο οι κουζίνες τους είναι κάθε φορά μια αποκάλυψη. Τι κρίμα να μην ασχολούνται οι νέοι σεφ με αυτά τα πράγματα».

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
«Η κουζίνα είναι ένας διάλογος του σήμερα με το τότε»

Ο Βάλτερ Φανιόνι, που μας έμαθε τις καρμπονάρες και τα προσούτο
Πιπέρι δε βάζει στα ραβιόλια, όχι γιατί δεν πάει, αλλά γιατί έτσι την έμαθε τη συνταγή

«Δεν πιστεύω καθόλου αυτά που λένε κάποιοι πως η ελληνική κουζίνα είναι μισή τουρκική. Αντίθετα, πιστεύω πως οι Τούρκοι πήραν την ελληνική κουζίνα και την πήγαν στη χώρα τους. Αρνούμαι να πιστέψω ότι μια κοινωνία προχωρημένη όπως ήταν η ελληνική χρειάστηκε τους Τούρκους ή και τους Ρωμαίους για να εμπλουτίσει την κουζίνα της. Οι Τούρκοι τότε ήταν μια άγρια κοινωνία, μόνο κατακτητές, είχαν το κέφι, την όρεξη και την αγάπη να ασχοληθούν με την κουζίνα, όταν στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη υπήρχαν εξελιγμένοι μάγειρες; Διαβάζω που έλεγαν οι Ρωμαίοι ότι “κατακτήσαμε την Ελλάδα και η Ελλάδα μας κατέκτησε μετά”. Είχαν απόλυτο δίκιο. Το μαγειρείο είναι μέρος της κουλτούρας, περνούν πάρα πολλά πράγματα μέσα από εκεί, είναι σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο. Οπωσδήποτε και οι Τούρκοι θα είχαν επηρεάσει τους Έλληνες τόσα χρόνια που ήταν εδώ, αλλά εγώ πιστεύω ότι πιο πολλά πήραν αυτοί από ό,τι έδωσαν. Και οι Ρωμαίοι το ίδιο. Άλλωστε η νότια ιταλική γαστρονομία έχει πολλά κοινά με την ελληνική. Μην ξεχνάτε ότι στη νότια Ιταλία υπάρχουν ρίζες ελληνικές. Οι παραδόσεις δεν χάνονται. Ειδικά στα χωριά. Όταν είσαι σε ένα χωριό στο βουνό στην Καλαβρία και μαθαίνεις από μαμά σε κόρη, η παράδοση κρατιέται, δεν χάνεται. Και στην κουζίνα κάτι μένει, είναι σαν τη γλώσσα, σαν τον διάλογο».

Διαβάστε εδώ τις συνταγές που μας μαγείρεψε ο Βάλτερ Φανιόνι:

Κοτολέτες αλά μπολονιέζε

Τα ραβιόλια που λάτρευε ο Αλέκος Αλεξανδράκης

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος, τεύχος 190.

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών