Kάποτε τα καλοκαίρια, τα πανηγύρια έδιναν κι έπαιρναν. Κορυφαία αυτά του Δεκαπενταύγουστου. Είναι το λεγόμενο «μικρό Πάσχα» του θέρους. Την ημέρα της Παναγίας, πιστοί και άπιστοι την αισθάνονται εορταστική. Παλαιότερα συνωστίζονταν εν υπαίθρω σ’ έναν κόσμο μαγικό ανάμεσα σε προσκυνήματα, μικροπωλητές, μοτοσυκλετιστές που έκαναν το γύρο του θανάτου, θαυματοποιούς, ταχυδακτυλουργούς, μουσικούς και ευκαιριακούς εστιάτορες. Όταν έπεφτε η νύχτα, άναβαν οι λάμπες λουξ με τον αμίαντο και σκορπούσαν έντονο το λευκό φως τους σε πρόσωπα ξαναμμένα και εκφραστικά με την έξαψη του Διονύσου.

Οι πανηγυριστές δεν λείπουν ούτε και στις μέρες μας. Όμως η έκταση και ίσως και η ένταση των εκδηλώσεων έχει περιοριστεί· και αυτές οι εμποροζωοπανηγύρεις εκλείπουν η μία μετά την άλλη. Σε μια τέτοια, στην Κυπαρισσία, τέλος Σεπτεμβρίου του 1928 -δηλαδή πριν από ογδόντα χρόνια- ο χρονικογράφος καταγράφει τους διαλαλητές: «Εδώ είναι το παστέλι, πλασμένο με το μέλι!», «Πάρτε να πιείτε, νερό να δροσιστείτε!». Και πιο κάτω, ενώ παίζουν τ’ αλητουρέικα βιολιά, η πίπιζα και το νταούλι από το γειτονικό Αλητούρι, «δύο – τρία μεγάλα σανίδια και ολίγαι ψάθαι κάνουν ένα κέντρον ψυχαγωγίας. Τα τζιγέρια ροδοκόκκινα άχνιζαν και ο αγνός ρητινίτης εροφάτο με ρέγουλα».

Και παλαιότερα, από τας Αθήνας του 19ου αιώνος, στις 6 Αυγούστου, του Σωτήρος, οι Αθηναίοι κατέβαιναν και οι Πειραιείς ανέβαιναν στο Μοσχάτο, για το πανηγύρι της αγιά Σωτείρας. «Ενας κάμπος ολόκληρος από αμπέλια και περιβόλια κατελαμβάνετο, ως εξ εφόδου, από τους εορταστάς και ο ρητινίτης έρρεε άφθονος και τα φρούτα συνεπλήρωναν το εξ ιχθύων του Φαλήρου γεύμα…».

Έτσι λιτά και ευφρόσυνα. Όπως λιτό ήταν το κατ’ εξοχήν έδεσμα των πανηγυριών, το βραστό «χοντρό» κρέας. Στην Κρήτη, στην Αττική, στη Μύκονο και τη Νάξο, προβατίνες ή γίδες γκιόσες, αλλά και ζυγούρια χρονιάρικα βρασμένα με φωτιά από ξύλα, μέσα σε μεγάλες καζάνες, πλάι στην εκκλησιά ή στη μικρή πλατεία, έβρισκαν την προνομιακή θέση τους στην τάβλα του πανηγυριού, πασπαλισμένα με αλατοπίπερο, δίπλα στο τυρί και τη φρεσκοκομμένη ντομάτα. Ευφρόσυνα όπως το ορεινό κοκκινέλι φερμένο από κατώγια σε μποτίλιες και φλασκιά παλαιικά. Και βόρεια, στα Αμπελάκια, το κρέας το έκαναν σύβραση με χοντροκοπανισμένο στην πέτρα σιτάρι από τον κάμπο της Θεσσαλίας, ένα γεύμα πηχτό, να μαλακώνει το λαιμό των τραγουδιστάδων και κυρίως να φτουράει…

Και αργότερα, σε καιρούς ευμάρειας, στην Πελοπόννησο όλη, έγινε η παλινόρθωση της γαστριμαργικής βασίλισσας του πανηγυριού, της γουρουνοπούλας, σε σούβλα ξύλινη ή μεταλλική, τραγανή με το λάμπος του λίπους της, να ανταγωνίζεται την εύοσμη τσίκνα από τα αρνιά. Κρατούσε ήδη τα σκήπτρα στα πανηγύρια της περιόδου της Τουρκοκρατίας, όταν οι πονηροί Μοραΐτες την καθιέρωσαν ως έδεσμα δημόσιο μεν, αλλά απρόσιτο για Αγαρηνούς βουλιμικούς, μια και ο Μουχαμέτης τους το έχει απαγορέψει.

Έτσι περίπου ή και κάπως έτσι, ήταν τα γεύματα των πανηγύρεων κάποτε. Και κατα τόπους και σήμερα.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών