Εκείνη τη χρονιά, εν είδει ατύπου οικογενειακού συμβουλίου, η μητέρα μάς ανακοίνωσε πως αυτά τα Χριστούγεννα θα ψήναμε κι εμείς γαλοπούλα. Σχεδόν όλοι πια οι γνωστοί μας είχαν υιοθετήσει το από πολλών δεκαετιών εισαχθέν γαστριμαργικό έθιμο. Τα παιδιά δεν είδαμε με καλό μάτι την απόφαση. Τις γαλοπούλες τις αναγνωρίζαμε κάθε Δεκέμβριο, όταν κατά μικρές αγέλες -κράζοντας γκλου γκλου και κουνώντας το παράξενο λειρί τους- τις περιέφεραν, καθοδηγώντας τες με ένα καλάμι μακρύ, στους δρόμους των αθηναϊκών συνοικιών γαλοβοσκοί εξ επαρχίας. Τις πουλούσαν, φωνάζοντας «γαλόπλα γαλόπλα…» μία μία σε νοικοκυραίους που διέθεταν σπίτι με αυλή, για να τις εκθρέψουν εν τω μεταξύ με καλαμπόκι, να νοστιμέψουν πριν περάσουν από το μαχαίρι. Αυτές, υπομονετικές, ακολουθούσαν τη μοίρα τους. Και όχι σαν τον γάλο που είχε ο ανόητος Μπαρμπα-Μπρίλιος του τραγουδιού για παιδιά «και τον ετάιζε μέλι και ταχίνι» μέχρι που έγινε τεράστιος και έφαγε αυτός τον Μπαρμπα-Μπρίλιο. Ήσαν γαλοπούλες πειθαρχημένες· αυτό φάνηκε μια φορά όταν συναπαντήθηκαν αντικριστά στον δρόμο δύο αγέλες και πέρασαν στο κόντρα αναμεταξύ τους χωρίς καμία να ξεφύγει και να ενταχθεί στην άλλη αγέλη.

Έτσι, ένα βροχερό μεσημέρι, γυρνώντας από το σχολείο, είδαμε στην αυλή του σπιτιού μας τη δική μας γαλοπούλα. Αμήχανη στην αρχή, μας εκδηλώθηκε με γκλου γκλου φιλικά επιφωνήματα. Εμείς όμως γνωρίζαμε. Και το σκεφτόμασταν…

Το καλαμπόκι έδινε κι έπαιρνε. Έτρωγε, ανίδεη η μαύρη. Τη βγάλαμε Ζοζεφίνα… Και «ξαφνικά», τα ξημερώματα της ημέρας του μαχαιριού, ο αδελφός μου σηκώθηκε αχάραγα για να πάει να πει τα κάλαντα· η Ζοζεφίνα εξαφανίστηκε. Η πόρτα της αυλής ανοιχτή… Όταν γύρισε κατάκοπος το απομεσήμερο, του είπαμε για την εξαφάνιση και έδειξε μια εμφανώς ψευδή έκπληξη. Χρονιάρα μέρα οι γονείς μας έδειξαν κατανόηση και έσπευσαν στον χασάπη της γειτονιάς και αγόρασαν μια άλλη έτοιμη για τον φούρνο γαλοπούλα.

Ανήμερα τα Χριστούγεννα, όσο πλησίαζε το μεσημέρι, τόσο η γαλοπούλα του χασάπη μοσχομύριζε την κουζίνα ροδοκοκκινίζοντας στο ταψί της νεοαποκτηθείσης ηλεκτρικής μας κουζίνας. Ήρθε η ώρα του γιορταστικού τραπεζιού. Στη μεγάλη πιατέλα από την ανοιχτή κοιλιά της ψημένης γαλοπούλας ξεχυνόταν και άχνιζε η γέμισή της με τα συκωτάκια της, λίγο κιμά μοσχαρίσιο, κουκουνάρι και κάστανα αγορασμένα ψημένα από τη φουφού ενός Θεσσαλού καστανά στην οδό Βερανζέρου (για να μη λείπει μια νότα γαλλική από το τραπέζι). Σε μια άλλη πιατέλα ήταν οι πατάτες που η μητέρα είχε βάλει γύρω γύρω στο ταψί για να φτουρήσει το φαΐ. Σαλάτα μαρούλι, φέτα και κασέρι συμπλήρωναν την πανδαισία. Κάναμε τις ευχές, φάγαμε με όρεξη από τη γαλοπούλα του χασάπη, ήπιαμε από λίγη ρετσίνα κι εμείς τα παιδιά. Κορώσαμε και βγήκαμε στην αυλή για παιχνίδι. Εκεί μας περίμενε η Ζοζεφίνα και ξέσπασε σε χαρμόσυνα γκλου γκλου μόλις μας είδε. Είχε επιστρέψει η αφελής από τους δρόμους όπου την είχε ξαμολήσει ο αδελφός μου. Την είχε βγάλει καθαρή τα Χριστούγεννα.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών