ΕΞΟΔΟΣ

Aleria

Τρεις συντάκτες του «γ» δοκιμάζουν τρία πιάτα από το χειμερινό μενού του Aleria.

23.01.2014

Τρεις συντάκτες του «γ» δοκιμάζουν τρία πιάτα από το χειμερινό μενού του Aleria.

Ενα βαθύ, μακρόσυρτο χασμουρητό η αθηναϊκή εστίαση και φέτος. Ίδια η προτεραιότητά της χρόνια τώρα να εντυπωσιάσει χωρίς να έχει ιδρώσει, παιδευτεί, δημιουργήσει επί της ουσίας εν τόπω και εν χρόνω. Ξεκομμένη από τη γη (αναρωτηθήκατε ποτέ πόσο περιορισμένη είναι η γκάμα των λαχανικών που μεταχειρίζονται οι επαγγελματίες της εστίασης), ανεπίκαιρη (πού είναι τα μπρόκολα και τα λάχανά σας, σεφ;), ζαλισμένη από τα πολλά κοκτέιλ (προσεχώς πατσατζίδικο με κοκτέηλ ή κοκτεηλάδικο με ψιλοκομμένο πατσά σε microσφηνάκι), θολωμένη απ’ το jet lag (πόσο σούσι να αντέξει πια ο εν Αθήναις εξοδούχος;), νοθευμένη και όχι ορθώς μπολιασμένη από τις σπουδαίες κατακτήσεις της εσπερίας, άστοχη, ανερμάτιστη, αδούλευτη, ξύλο απελέκητο. Λιγδιασμένες σουβλακερί απ’ τη μια, ακραίο στιλιζάρισμα by the book από την άλλη. Κέλυφος χωρίς ψίχα. Εμ, για να γίνεις ο Έλλην Redzepi* καλέ μου, για να γίνεις Joan Roca**, δεν αρκεί να πας για ταχύρρυθμα στην Ισπανία, πρέπει να έχεις μάθει απέξω τα άπαντα της Βουτσινά, να ξέρεις ποια η γευστική διαφορά των πατατών Νευροκοπίου, Νάξου και Τριπόλεως, να τσεκάρεις φύλλο φύλλο το σέλινο πριν το αγοράσεις, να ψάχνεις εναγωνίως τις καλές μαρίδες (ναι, μαρίδες), να μεθάς με τις άπειρες γευστικές δυνατότητες ενός κουνουπιδιού, να ερευνάς κάθε χρόνο απ’ την αρχή ποιο τυροκομείο κάνει σούπερ ντούπερ τουλουμοτύρι, να τεστάρεις ποιο λάδι πάει με τι, να βάλεις επιτέλους πέντε λάδια στην κουζίνα σου (άλλο για τις σαλάτες, άλλο για το ψάρι) και άλλα δύο στο τραπέζι, να βρεις και ένα καλό αγουρέλαιο να το ’χεις τους μήνες που είναι ζωντανό. Εντάξει δεν είναι όλοι και παντού έτσι, υπερβάλλω to make a point που λένε και οι κοντοχωριανοί μας στην Αγγλετέρα.

Μία εκ των φωτεινών εξαιρέσεων ο κ. Γκίκας Ξενάκης, ο σεφ του Aleria. Παίρνω ως παράδειγμα το παστίτσιο που μαγειρεύει εφέτος στο εστιατόριο. Παίρνει, που λέτε, το απαρχαιωμένο ετούτο αστικό φαγάκι, αγαπημένο και συχνάκις κακοκαμωμένο οικογενειακό έδεσμα, σήμα κατατεθέν των μαγερειών και των εν Πλάκα τουριστικών εστιατορίων, και του αλλάζει τα φώτα: αφαιρεί πολλά, προσθέτει γνώση, τεχνική και ψυχή και ενορχηστρώνει ένα εναλλακτικό συνονθύλευμα μακαρονιών, κρέατος, μπεσαμέλ. Για να το πετύχει αυτό, ενήργησε ως εξής: το έβγαλε εντελώς από το ταψί, του έδωσε άλλο σουλούπι συνθέτοντάς το κατευθείαν στο πιάτο, ξεκαλουπώνοντας συνάμα και τη γεύση. Το σχεδόν «ρευστό», ασχημάτιστο παστίτισιο του περιέχει τα εξής: μια γερή πιρουνιά υπερβρασμένα (ναι, υπερβρασμένα – σε ζωμό κρέατος;), υπέρχοντρα (τύπου κανελόνι) μακαρόνια, μοσχαρίσια ουρά σιγομαγειρεμένη (σε κρασί σίγουρα αλλά με τι είδους καρυκεύματα;) μέχρι λιωσίματος και μαδημένη (αντί κιμά), μανιτάρια σιτάκε (προσθήκη που δίνει μια γεώδη διάσταση στο πιάτο), αφράτη, πάλλευκη και απολύτως βελούδινη μπεσαμέλ (τεχνική αφρού;) που σκεπάζει το όλον και τραγανές νιφάδες παρμεζάνας στο τελείωμα. Θα μου πείτε: πόσο δύσκολο είναι να γίνει νόστιμο ένα φαγητό που περιέχει κρέας, μακαρόνια, τυρί, βουτυράτη μπεσαμέλ. Καθόλου. Κι όμως, η επιλογή του σεφ τον δικαιώνει: πετυχαίνει να απογειώσει τη γεύση του παστίτσιου, πατώντας σε στέρεη βάση (η γεύση είναι οικεία, σε τραβάει από το χέρι ντουγρού στην παιδική ηλικία), εκσυγχρονίζοντας πολλά στοιχεία του, ανακαινίζοντάς το ουσιαστικά λοιπόν και κάνοντάς το κλασικό.

Σουμάρω σε λίγες λέξεις: Το παστίτσιο του κ. Ξενάκη είναι ένα πιάτο μοντέρνο ελληνικό, εξαίσιο παράδειγμα θεσμικής μαγειρικής, φαγητό του νου και της καρδιάς.

(ΥΓ: Αναμένουμε περισσότερα από τον σεφ: να κερδίσει δυσκολότερα στοιχήματα, να παιδευτεί με τα προϊόντα της ελληνικής γης, να συμβάλλει στη σύνθεση της ελληνικής κουζίνας του μέλλοντος)

    *Ο πολυβραβευμένος σεφ του περίφημου δανέζικου Noma.

 ** Σεφ και ιδιοκτήτης του εστιατορίου El celler de can roca στην Girona της Ισπανίας που βραβεύθηκε εφέτος ως το καλύτερο του κόσμου.

Άγγελος Ρέντουλας


Το ξεκίνημα του δείπνου δίνει το στίγμα για τις γεύσεις που θα απολαύσουμε στη συνέχεια. Τριλογία παντζαριού διαβάζουμε στον κατάλογο. Το πιάτο είναι σαν πίνακας ζωγραφικής με κόκκινα και πράσινα στοιχεία να «χορεύουν» σε γλυκόξινο ρυθμό. Κόκκινα και κίτρινα παντζάρια, παντζαρόφυλλα και τρυφερά φύλλα βαλεριάνας αναμειγνύονται με φρέσκο μαλακό βολάκι Άνδρου, το οποίο δίνει ένταση στη γλύκα των σαλατικών. Η ολοκλήρωση γευστικά έρχεται με το τραγανό μπισκότο με κύμινο, το οποίο δίνει μια ανατολίτικη χροιά στη σαλάτα. 

Μαρία Χαψούλα


Οσες φορές έχουμε συναντηθεί με τη μαγειρική του σεφ, πρόκειται για μια ευχάριστη έκπληξη. Αυτή τη φορά, θαύμασα την ιδιαίτερη, θαλασσινή μαγειρίτσα του. Χτένι, απαλό σα χάδι στα χείλη. Ζουμερό τόσο όσο και στιλπνό, ακουμπισμένο πάνω σε πυκνό και πλούσια μυριστικό ζουμάκι με αρωματικά χόρτα και μύδια, για φρεσκάδα θαλασσινή. Σαν Πασχαλιά δίπλα στο κύμα. Στην κορυφή και ως καρύκευμα αφημένα αυγά ψαριού, δηλώνουν έντονα πως πρόκειται για πιάτο του βυθού και όχι της γης, να όμως που με ένα τρόπο γη και θάλασσα ανταμώνουν ουσιωδώς. Ευρηματικό και ανατρεπτικό. Χάρμα.

Νένα Δημητρίου

*Οι τιμές και το μενού των εστιατορίων είναι αυτά που ίσχυαν κατά τη χρονική περίοδο συγγραφής και δημοσίευσης του άρθρου και ενδέχεται να έχουν αλλάξει.

*Τα ρεπορτάζ αγοράς και τα προϊόντα που προτείνουμε στον Γαστρονόμο είναι επιλογές των συντακτών και δεν έχουν εμπορικό σκοπό ούτε αποφέρουν διαφημιστικό έσοδο.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών