Την τρίτη ημέρα, το συνέδριο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ένδυσης, που γινόταν στο Σαν Φρανσίσκο, περιελάμβανε βραδινή κρουαζιέρα στον ομώνυμο κόλπο και δείπνο επί του πλοιαρίου. Δίπλα μου καθόταν ο συγχωρεμένος ταμίας, upper class Άγγλος, παρασημοφορημένος από τη βασίλισσα και σημαίνουσα προσωπικότητα του κλάδου διεθνώς. Η συγκεκριμένη φυλή φημίζεται για το φλέγμα της, αλλά εν προκειμένω κάτι δεν δούλεψε, γιατί μόλις ο σερβιτόρος έφερε το κυρίως πιάτο, ο Jimmy σηκώθηκε και άρχισε να τον βρίζει με μεγάλη φαντασία. Χρειάστηκε να παρέμβουμε οι ψυχραιμότεροι για να μην εξελιχθεί η εξύβριση και σε… έργω.

Το πιάτο που είχε βγάλει έξω από τα ρούχα τον καλό μου συνάδελφο συνιστά κατά τη γνώμη μου τεράστια συμβολή των ΗΠΑ στην παγκόσμια γαστρονομική φρίκη. Λέγεται «surf & turf» (κύμα και χλόη) και αποτελείται συνήθως από ένα κομμάτι απερίγραπτα άνοστου αστακού και ένα φιλέτο ή κάποιο αντίστοιχο κομμάτι κρέας. Τα δύο αυτά ασύμβατα υλικά συχνά ακουμπούν ή κάθονται το ένα πάνω στο άλλο, σε μια οιονεί ερωτική συνεύρεση, προκαλώντας αηδία μεγίστη.

Οι Αμερικανοί, που όσο τους λείπει η κομψότητα τόσο πρακτικοί είναι, το προτιμούν σε διοργανώσεις, γιατί π.χ. ένας σύνεδρος που δεν τρώει κρέας θα φάει το θαλασσινό και τανάπαλιν. Εάν τρώει και τα δύο, great! Έτσι, στον μοιραίο πλου ήταν το τρίτο εικοσιτετράωρο που μας σέρβιραν μεσημέρι-βράδυ «surf & turf», με αποτέλεσμα να κινδυνέψει η σωματική ακεραιότητα του συμπαθούς σερβιτόρου, ο οποίος τελικά δεν έφταιγε σε τίποτα. Γενικώς στην Αμερική πειραματίζονται γευστικά συνδυάζοντας γη με θάλασσα, αλλά χωρίς φινέτσα, με αποτέλεσμα, π.χ., να μη διστάζουν να σερβίρουν cheeseburgers με γαριδούλες και χαβιάρι-«μαϊμού» κολλημένα στο λιωμένο cheddar. Προσωπικά δεν αρνούμαι τους πειραματισμούς αυτού του είδους, όπως για παράδειγμα το burger σφυρίδας του Λαζάρου.

Στον Prunier στο Παρίσι είχα φάει μία bisque αστακού με δύο τρεις φετούλες καυτερό chorizo, ένας συνδυασμός τολμηρός αλλά υπέροχος. Εμπειρία που ήταν σε πλήρη αντίθεση με τα απίστευτου μεγέθους pancakes που μου είχαν φέρει σε ένα από τα καλύτερα diners της Νέας Υόρκης. Εκτός από τα προφανή blueberries και το σιρόπι σφενδάμου, οι αθεόφοβοι είχαν ρίξει από πάνω και μία μεγάλη χούφτα από ξεροτηγανισμένο μπέικον, το υγροποιημένο λίπος του οποίου έσταζε πάνω στην κρέμα σαντιγί και στα μύρτιλα. Όταν παραπονέθηκα, μου είπαν ότι είναι το day special και το μπέικον ήταν προσφορά του καταστήματος (οπότε ούτε τα λεφτά μου πίσω πήρα). Ευτυχώς, δεν την πάτησα στην περίπτωση των «Rocky Mountain Oysters», γιατί κάπως με προβλημάτισαν τα «Βραχώδη Όρη» ως terroir για στρείδια.

Εάν κάποιος κάνει το λάθος να τα παραγγείλει, θα του έρθει ένα πιάτο με αμελέτητα ταύρου, γεύση που απευθύνεται σε ελάχιστους μερακλήδες. Η μεγαλύτερη όμως, κατά τη γνώμη μου, γαστρονομική αθλιότητα της Βορείου Αμερικής χρεώνεται, δυστυχώς, σε συμπατριώτη μας. Η «Χαβανέζικη πίτσα» με ανανά, στο άκουσμα και μόνο της οποίας ο μέσος Ναπολιτάνος παθαίνει πολλαπλά εγκεφαλικά επεισόδια, εφευρέθηκε από τον Σαμ Πανόπουλο το 1962, στο Οντάριο του Καναδά. Στην προκειμένη περίπτωση, ήρωάς μου είναι ο πρόεδρος της Ισλανδίας, Guðni Th. Jόhannesson, ο οποίος είχε σκεφτεί να την απαγορεύσει. Για να είμαστε πάντως δίκαιοι, στην Αμερική κινδυνεύει κανείς περισσότερο από την ποσότητα παρά από τα γαστρονομικά φάουλ. Τα υψηλού επιπέδου εστιατόριά της βρίσκονται μεταξύ των καλύτερων διεθνώς, έχοντας εξελιχθεί απίστευτα τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια.

                                                      Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο, τεύχος 171.

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών