Κάθε Χριστούγεννα δημιουργούνται δυο στρατόπεδα. Από τη μία αυτοί που προτιμούν τους κουραμπιέδες και από την άλλη οι ορκισμένοι υπέρμαχοι των μελομακάρονων. Και τα δύο εμφανίζονται την περίοδο των εορτών για να ξεχαστούν τον υπόλοιπο χρόνο, με εξαίρεση κάποιες περιοχές όπου ο κουραμπιές είναι γαμήλιο κέρασμα, προφανώς λόγω της χιονάτης εμφάνισής του που -όπως καθετί λευκό- συμβολίζει την αγνότητα της νύφης. Οι προτιμήσεις μας υπέρ του ενός ή του άλλου γλυκού έχουν διαμορφωθεί από πολύ νωρίς, όταν ως παιδιά τα κλέβαμε από τις πιατέλες και μπουκωνόμασταν στα κρυφά, πάντα πριν από το φαγητό, για να φωνάζει μετά η μαμά ότι θα κόψουμε την όρεξη μας. Στην δική μας οικογένεια, πάντως, αυτά που τελείωναν πρώτα ήταν τα μελομακάρονα.

Δεν υπάρχει σπίτι ανά την ελληνική επικράτεια που να μην κερνάει μελομακάρονα τα Χριστούγεννα, αγορασμένα ή φτιαγμένα από την ίδια την οικοδέσποινα ή κάποια προκομμένη συγγενή της. Αραδιασμένα σε πυραμίδα πάνω στην πιατέλα και τυλιγμένα σε χρωματιστό σελοφάν, γίνονται μέρος της γιορτινής διακόσμησης. Είναι μία απ’ αυτές τις παραδόσεις που χαίρουν ευρείας αποδοχής, γεγονός που καθιστά δύσκολο το να βρεις από ποιον τόπο κατάγονται και πως επικράτησαν έναντι άλλων εθιμικών γλυκών του Δωδεκαημέρου, όπως ο μπακλαβάς, οι λαλαγγίτες, οι σουσαμόπιτες, οι δίπλες και τα ξεροτήγανα, τα οποία έχουν πιο συγκεκριμένη εντοπιότητα. Ο συνδετικός κρίκος όλων αυτών είναι το μέλι και το σιρόπι, με τα οποία καλοπιάνουμε τον καινούργιο χρόνο για να ανταποκριθεί ευνοϊκά στις προσδοκίες μας για υγεία, ευημερία, χαρά και αφθονία.

Σήμερα έχει χαθεί αυτή η μαγική διάσταση του γλυκού. Ιδίως τα μελομακάρονα πωλούνται σε κάθε φούρνο και ζαχαροπλαστείο και έπαψαν να θεωρούνται εξαιρετικό και εκλεκτό φίλεμα. Όσοι όμως μπούν στη διαδικασία να τα φτιάξουν μόνοι τους θα αντιληφθούν γιατί κάποτε ήταν απόδειξη της τέχνης της νοικοκυράς και το μετρό σύγκρισης όσον αφορά την αξιοσύνη της καθεμίας. Ενώ είναι εύκολα, θέλουν μαστοριά στο ζύμωμα γιατί, αν το παρακάνουμε, γίνονται ξερά σαν μπισκότο και δεν απορροφούν το σιρόπι. Ακόμα και αν επαναλαμβάνουμε κάθε χρόνο την ίδια συνταγή, μπορεί να αποτύχουμε – κι αυτό είναι το παράδοξο με τα μελομακάρονα αλλά και γενικότερα με τα γλυκά: Ποτέ δεν σε αφήνουν να λειτουργήσεις στον αυτόματο, πάντα απαιτούν όλη σου την προσοχή.

Τα μυστικά του μελομακάρονου

Το βασικό σημείο που πρέπει να προσέξουμε είναι να μην τα ζυμώσουμε πολύ. Πρώτα ανακατεύουμε τα υγρά με το χέρι πολύ καλά, αλλά, μόλις προσθέσουμε τα στερεά, δεν επιμένουμε. Τα φέρνουμε μια-δυο γύρες, ίσα να αναμειχθούν, και σταματάμε, ώστε να μη διαχωριστεί το λάδι από τη ζύμη.
Κι έπειτα είναι και το σιρόπιασμα που θέλει προσοχή. Άλλοι τα σιρόπιαζουν κρύα με ζεστό το σιρόπι και άλλοι κάνουν το αντίθετο. Και οι δύο τρόποι είναι σωστοί, αλλά με ελαφρώς διαφορετικό αποτέλεσμα. Στην πρώτη περίπτωση (κρύα μελομακάρονα–ζεστό σιρόπι) γίνονται πιο μαλακά, ενώ στη δεύτερη (ζεστά μελομακάρονα–κρύο σιρόπι) είναι πιο τραγανά εξωτερικά και τρυφερά εσωτερικά.

Τέλος, φροντίζουμε να έχουμε κάλο μέλι για να τα περιχύσουμε. Αυτά είναι όλα και όλα τα μυστικά του μελομακάρονου. Αν μπείτε στη διαδικασία να φτιάξετε, θυμηθείτε τα και η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη.

Διαβάστε 10 λαχταριστές συνταγές για μελομακάρονα:

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών