Χριστουγεννιάτικο αγγλικό κέικ 100 χρονών

«Eργάζεσαι το βούτυρον καλά, βάζεις την ζάχαρη, εξακολουθείς να εργάζεσαι. Κτυπάς το κάθε αυγό καλά, βάζεις μία κουταλιά αλεύρι, ένα αυγό κτυπημένο τη φορά και σαν θα τελειώσουν τα δεκαπέντε αυγά και όλο το αλεύρι, βάζεις τις σταφίδες, τα φρούτα, τα μύγδαλα». Γραμμένη με πλάγια γράμματα, με καμπύλες που μαρτυρούν πως η γράφουσα δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της, η παραπάνω συνταγή για χριστουγεννιάτικο αγγλικό κέικ είναι περίπου 100 χρονών. Τη θυμάται καλά εκείνη τη μέρα του χρόνου η Τατιάνα. Ήταν στις αρχές κάθε Δεκέμβρη που η μητέρα της θα έφτιαχνε χριστουγεννιάτικες πουτίγκες. Καθώς συνήθιζε να τις χαρίζει ως δώρα, έφτιαχνε πολλές από αυτές, ετοιμάζοντάς τες σε μεγάλες σκάφες στο κελάρι τους. Τις έβαζε σε ένα πανί και τις άφηνε να ωριμάσουν.

Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, τις τύλιγε σε ωραία πακέτα και τις έστελνε δώρο στις φίλες της, μαζί με τη συνταγή για τη σάλτσα της πουτίγκας, μια αρωματική brandy butter sauce. Πτυχία νοικοκυροσύνης «Να φέρω καφέ; Θα έχει γίνει», μου λέει η γλυκύτατη Ναταλία, η οποία με υποδέχεται στο σπίτι της για να μου «γνωρίσει» τη συγγραφέα της συνταγής μέσα από τις προσωπικές της αναμνήσεις. «Η μητέρα μου ήταν αγγλοτραφής, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Λονδίνο. Τότε τα κορίτσια δεν σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο, πήγαιναν σε σχολές που τους μάθαιναν να “κρατάνε” το σπίτι. Πήγε στην Αγγλία, έπειτα σε μία στο Μόναχο. Όταν όμως ξέσπασε ο πόλεμος, την πήραν αμέσως και την πήγαν σε άλλη στην Ελβετία, όπου θα ήταν ασφαλής. Ήρθε στην Αθήνα 28 χρονών, τότε που παντρεύτηκε. Γνώρισε τον πατέρα μου σε καλοκαιρινές διακοπές. Ήταν εξαίρετη μαγείρισσα. Όταν πήγαινε σε ένα εστιατόριο όπου της άρεσε το φαγητό, ζητούσε να της δώσουν τη συνταγή και ύστερα τη μαγείρευε».

Η Ναταλία Αβέρωφ-Τοσίτσα μάς «συστήνει» τη Διαμαντίνα Ευάγγελου Αβέρωφ, το γένος Λυκιαρδοπούλου. Η Ντίνα, όπως την έλεγαν, παρόλο που είχε βοήθεια στο σπίτι, της άρεσε να ψωνίζει μόνη της τις πρώτες ύλες για το φαγητό. Κατέβαινε στην κεντρική αγορά για να βρει τα εκλεκτότερα. Δεν μαγείρευε η ίδια καθημερινά, αλλά αποφάσιζε για το φαγητό όλων και έδινε οδηγίες στον μάγειρα του σπιτιού για το τι θα ετοιμάσει. Το καθημερινό τους φαγητό ήταν ελαφρύ, θερμιδομετρημένο, υγιεινό για όλη την οικογένεια, συνταγές ευρωπαϊκές, χωρίς τσιγαρίσματα και τηγανητά. Τα «λιπαρά» του τραπεζιού ήταν ενίοτε τα τυριά και το βούτυρο που έφτιαχναν στο τυροκομείο του Μετσόβου, του τόπου που ανέδειξε ο σύζυγός της και ο οποίος έχει συνδεθεί άρρηκτα με την οικογένεια Αβέρωφ έως σήμερα. Δεν πήγαινε συχνά στο Μέτσοβο, γενικά δεν της άρεσε να ταξιδεύει.

Της άρεσε να ασχολείται με το νοικοκυριό της. «Είχε ταλέντο σε όλα τα του σπιτιού, στους στολισμούς, έφτιαχνε ανθοσυνθέσεις. Στο σαλόνι υπήρχε πάντα ένα βάζο με λουλούδια», θυμάται η μικρότερη κόρη της, Τατιάνα. Έκανε ωραία κεντήματα σε τραπεζομάντιλα και πετσέτες. Είχε ατελείωτα ασημικά, τα οποία γυάλιζε μόνη της για να εξασφαλίζει την τέλεια λάμψη. Παλιά, τα Χριστούγεννα… Η Ναταλία και η Τατιάνα, κόρες της Ντίνας και του πολιτικού και συγγραφέα Ευάγγελου Αβέρωφ, περνούσαν τα Χριστούγεννα στο πατρικό τους στην Κηφισιά.

Στο τραπέζι τους –ένα βαρύ οβάλ ανοιγόμενο έπιπλο, που είχε γίνει παραγγελία στον Σαρίδη– χωρούσαν άνετα μέχρι δεκαέξι άτομα. Ποτέ δεν στηνόταν τραπέζι για δεκατρία, η μαμά τους ήταν προληπτική. Καλεσμένη ήταν η ευρύτερη οικογένεια, θείοι με τα παιδιά τους. Το art de la table περίτεχνο. Έβγαιναν τα σερβίτσια και τα ασημικά της πρώτης σειράς. Μαχαίρι για το βούτυρο, για το πατέ, μαχαίρι μικρό και μεγάλο, διπλά πιρούνια, κουτάλια και κουταλάκια, καλοσιδερωμένες πετσέτες. Κάποιες φορές, δίπλα στο σερβίτσιο, ως μέρος αυτού, υπήρχε ένα ασημένιο σκεύος, ένα δοχείο με νερό και λεμόνι, για να φρεσκάρουν τα χέρια τους οι καλεσμένοι. Επίσης υπήρχε ένα χριστουγεννιάτικο διακοσμητικό, που περιείχε ένα χάρτινο καπέλο, για να το φορέσουν οι συνδαιτυμόνες –τι προσοχή στις λεπτομέρειες!–, κι ένα μικρό συμβολικό δώρο, μια σφυρίχτρα ίσως, που έκανε ακόμα πιο γιορτινή την ατμόσφαιρα. Ήταν η τέλεια οικοδέσποινα.

Το μενού

Το μενού ήταν πλούσιο. Για πρώτο πιάτο μπορεί να είχαν «γαρίδες κοκτέιλ» σε ψηλό ποτήρι του martini, που τότε τις έφτιαχναν με μπεσαμέλ, ή «σουφλέ παρμεζάν». Για κυρίως είχαν γαλοπούλα γεμιστή με αγγλικού τύπου γέμιση και στο τέλος, οπωσδήποτε, την περίφημη πουτίγκα της. Της άρεσε πολύ να φτιάχνει γλυκά, με σοκολάτα, κρέμες, αλλά και κάστανα. Οι κόρες της θυμούνται την εξαιρετική mont blanc της, ένα γλυκό με πουρέ κάστανου. Η φροντίδα ως κληρονομιά Λίγες μέρες μετά τη συνάντηση με τη Ναταλία, ταξιδεύουμε στο Μέτσοβο, στα πατρογονικά τους, με την Τατιάνα Αβέρωφ, τον σύζυγό της Σωτήρη Ιωάννου, τον γιο τους Αλέξανδρο και τη σύντροφό του Μαρία Κάπου. Ο Σωτήρης επιβεβαιώνει την αρτιότητα της mont blanc της πεθεράς του. «Δεν έχω φάει ξανά παρόμοια».

Ο Αλέξανδρος, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας «Κατώγι Αβέρωφ», έχει μετακομίσει εδώ και κάποια χρόνια στο Μέτσοβο με τη Μαρία κι έχει αναλάβει τη διαχείριση του ξενοδοχείου. Ανακάλυψε τα παλιά συνταγολόγια της γιαγιάς του και της προγιαγιάς του Πηνελόπης Λυκιαρδοπούλου στο σπίτι των παππούδων και αποφάσισε να τα πάρει μαζί του στη νέα του αρχή, μαζί με άλλα οικογενειακά κειμήλια.

Το τραπέζι, χωρητικότητας δεκαέξι ατόμων, αυτό του πατρικού σπιτιού, είναι εδώ μπροστά μας. Σε αυτό σερβίρεται κάθε μέρα το παραδοσιακό πρωινό στο ξενοδοχείο, με επιλεγμένα προϊόντα από την ευρύτερη περιοχή. Στα τραπέζια του εστιατορίου υπάρχουν εκείνα τα δοχεία που χρησιμοποιούνταν για το φρεσκάρισμα των χεριών. Σήμερα έχουν μέσα μοβ αμάραντο. Το σεκρετέρ της γιαγιάς έχει γίνει ντουλάπι για τα ποτήρια του κρασιού. Η βουτυριέρα της –δίπλα στο ψωμί που ζυμώνει καθημερινά η Μαρία– περιέχει το βούτυρο του τυροκομείου Ιδρύματος Τοσίτσα, που τόσο της άρεσε και το οποίο οι σύγχρονοι οικοδεσπότες προσφέρουν στους επισκέπτες τους. Τα χειρόγραφα της γιαγιάς μάς έδωσαν την ιδέα να αναβιώσουμε ένα γεύμα για το μεσημέρι των Χριστουγέννων, όπως αυτό που θα πρόσφεραν στο σπίτι τους δεκαετίες πριν.

Τα είχαμε όλα: τις συνταγές, τους συνδαιτυμόνες, τη διάθεση, πολλές ιστορίες που έπρεπε να ακουστούν, το κρασί από τους ορεινότερους αμπελώνες, από το ιστορικό Γινιέτς. Ο Αλέξανδρος φρόντισε να έχουμε στο τραπέζι τρόφιμα κορυφαίας ποιότητας, που τιμούν τον τόπο καταγωγής τους, από ηπειρώτικα κελάρια, δάση, φάρμες.

Οι συνταγές

Η καλή πρόθεση και η έγνοια τους για τη διαχείριση των υλικών με κάνει ακούσια να σκεφτώ το νοιάξιμο της Ντίνας προς τους καλεσμένους της, ακριβώς όπως το περιέγραψαν οι κόρες της. Θα «βγαίνουν» άραγε οι συνταγές; Τις δοκιμάσαμε, είναι μετρημένες ακριβώς. Αλλάξαμε τις οκάδες με τα κιλά και τη χειροκίνητη μηχανή του κιμά με ένα ηλεκτρικό μπλέντερ. Απλοποιήσαμε τις διαδικασίες και στρώσαμε το τραπέζι με την κληρονομιά τους: σερβίτσια με χρυσές και πράσινες γραμμές, ασημένια μαχαιροπίρουνα, πετσέτες με το οικόσημο της οικογένειας. Όλα χρησιμοποιούνται, και αυτή η αδιάλειπτη χρήση τους τα καθιστά πολύτιμα στο διηνεκές.

Δείτε 6 συνταγές από το ιστορικό συνταγολόγιο της γιαγιάς Αβέρωφ:

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών