ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΥΖΙΝΕΣ

Η κτηνοτρόφος Νούλα Καπακά ξέρει να μαγειρεύει το κρέας

Μεγάλωσε τα παιδιά της μέσα στο μαντρί, σε δύσκολες συνθήκες. Σήμερα τους έχει μαζέψει όλους δίπλα της, στην οικογενειακή ταβέρνα, όπου σχεδόν τα πάντα, από το κρέας μέχρι το τυρί, είναι ιδιοπαραγόμενα.

21.12.2020
Φωτογραφία: Δημήτρης Βλάικος

Η Νούλα Καπακά μας μαγειρεύει αρνάκι κοκκινιστό και κρασάτο με τραχανά και γίδα βραστή. 

«Γεννήθηκα στην Αράχωβα το 1948, το γένος Ράπτη. Γέννημα-θρέμμα Αραχωβίτες κι εγώ κι ο σύζυγός μου, ο Παναγιώτης. Και οι δύο από οικογένειες κτηνοτρόφων, και συνεχίσαμε κι εμείς, κτηνοτρόφοι και οι δύο. Το καλοκαίρι στις κορφές του Παρνασσού, στα έλατα, πάνω από εκεί που είναι τώρα το χιονοδρομικό, τον χειμώνα στα χειμαδιά μας στο Μαυρονέρι, κοντά στο χωριό Σταθμός Δαύλειας. Έχουμε τα χειμωνιάτικα λιβάδια και χωράφια μας εκεί, και κονάκια μεγάλα. Αλλά η ζωή δύσκολη, πολύ σκληρή. Είχα τα παιδάκια μου χαϊβάνια [σ.σ. μικρά, νήπια], ο Δημήτρης πέντε χρονών και η Κατερίνα τριών, κι ηθέλαμαν να αρμέξουμε και τα σήκωνα από τη νύχτα να τα πάρω μαζί μου στη στρούγκα. Και μου ’λεγε η αδερφή μου “μην τα σηκώνεις τα παιδιά, θα τα τυλίξουμε καλά και θα τα βάλουμε σε έναν ντενεκέ μεγάλο πίσω από τα πρόβατα, δεμένο με μια τριχιά, και θα τα σέρνουμε τα βράδια στη στρούγκα”.

Αυτό έκανα, γιατί λυπόμουν να τα ξυπνάω μέσα στη νύχτα. Καθόμουν με τον άντρα μου, ο ένας από τη δεξιά μεριά στο έμπα της στρούγκας και ο άλλος στη ζερβιά, και περνάγανε μία μία οι προβατίνες και τ’ς αρμέγαμε. Και πίσω κοιμόντουσαν τα μικρά μου. Έτσι τα μεγάλωσα τα παιδιά μου. »Το 1995 το αποφάσισα να ανοίξω την ταβέρνα, γιατί τόσο είχα αγανακτήσει με την ταλαιπωρία των παιδιών μου! Να τα φορτώνω πάνω στ’ άλογα, να τα τρέχω στο μαντρί πάνω στην κορφή, στα έλατα, και να τα φυλάω κάτω από δυο φύλλα τσίγκο που στερεώναμε πάνω σε τοιχαλάκι από πέτρες. Δεν μ’ άρεσε να έχουν τα παιδιά αυτή τη ζωή κι έλεγα στον γιο μου “φύγε από δω, να μαζευτείς σε σπίτι, να έχεις ένα επάγγελμα, μάθε μια τέχνη”. Μα δεν ήθελε εκείνος, ήθελε τα πρόβατα. Ερχόταν το βράδυ από τη βοσκή, μούσκεμα από τη βροχή, τον ρωτούσα “πώς πέρασες, παιδί μου;”, “καλά” μου ’λεγε. Αλλά εγώ το έβλεπα ότι δεν περνούσε καλά. “Φύγε, παιδί μου”, του έλεγα.

Σκέφτηκα τότε να ανοίξουμε μια ταβέρνα και τότε μάλιστα ήθελα να τα δώσω τα πρόβατα, να τα πουλήσουμε. Να όμως που δεν τα δώσαμε κι είπαμε να τα κρατήσουμε μια χρονιά, να δούμε πώς θα πάει το μαγαζί, κι αν δεν πάει καλά, να έχουμε το κοπάδι, μη μείνουμε στον δρόμο. Και δεν τα δώσαμε ποτές. »Όταν την πρωτοάνοιξα, ήταν πιο μικρή η ταβέρνα, μετά τη μεγαλώσαμε. Και είχαμε και τα δικά μας κρέατα που φτιάχναμε για την ταβέρνα, από το κοπάδι μας – τώρα είναι 500 πρόβατα. Και τα τυριά δικά μας, με τον γέρο μου φτιάνουμε στο τυροκομείο φέτα, μυζήθρα και φορμαέλα. Και το έμαθε ο κόσμος, δόξα τω Θεώ, πάμε μια χαρά. Την αγαπάει την ταβέρνα ο κόσμος, γιατί είμαστε μια οικογένεια που την κρατάμε. Ο άντρας μου, η κόρη μου, ο γιος μου και η γυναίκα του. Ο γιος μου είναι ο ψήστης, η νύφη κι εγώ στην κουζίνα, κι εγώ φτιάχνω τα τυροκομικά, τις χυλοπίτες, τους τραχανάδες, όλα μόνη μου. Το μαγείρεμα το έμαθα μικρή, από τη μάνα μου, μετά από την πεθερά μου. Ποιο φαγητό μ’ αρέσει πιο πολύ; Όλα που φτιάχνω μ’ αρέσουν. Κάθε μέρα με τη σειρούλα, τα μαγειρεύω από το πρωί ένα ένα. Αρνί, προβατίνα, λαχανοντολμάδες, χυλοπίτες, τραχανόφυλλο [τοπική σούπα με τραχανά και χυλοπίτες μαζί], μακαρόνια, ρυζάκι, πατάτες που τις καθαρίζουμε και τις κόβουμε εμείς. Κάνω αρνάκι φρικασέ, κάνω και κοκκινιστό, το κάνω και στον φούρνο μέσα στη γάστρα με πατατούλες, δόξα τω Θεώ».

Γίνε συνδρομητής

Αν θέλετε να λαμβάνετε το περιοδικό «Γαστρονόμος» κάθε μήνα στην πόρτα σας, γίνετε συνδρομητής στην εφημερίδα «Καθημερινή»

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών