ΕΞΟΔΟΣ

Η κυρά Λένη κι ο κυρ Γιάννης ψήνουν τα πιο νοσταλγικά φαγάκια της Τήνου

Στον Κτικάδο βρίσκεται μία από τις πιο παλιές ταβέρνες της Τήνου. Είναι το Αγνάντι της οικογένειας Χαρικιόπουλου που δουλεύει από το 1931.

10.06.2022
Φωτογραφίες: Έβελυν Φωσκόλου
Η κυρά Λένη κι ο κυρ Γιάννης ψήνουν τα πιο νοσταλγικά φαγάκια της Τήνου

Κάθομαι σε μια φρεσκοασβεστωμένη βεράντα και αγναντεύω τη θάλασσα. Είναι απομεσήμερο, έχει αρκετή ζέστη, αλλά το ευλογημένο αεράκι της Τήνου κάνει την κατάσταση υποφερτή. Πίνω παγωμένη μπίρα από ένα ιδρωμένο ποτήρι, στη διπλανή καρέκλα κάθεται η γάτα, η Σάνη, και μόλις καταφτάνει ένα ξέχειλο πιάτο με κομμένες φέτες ντόπιο τυρί βολάκι από την Αγάπη, ένα χωριό 10 χιλιόμετρα από τον Κτικάδο. Το συλλογίζομαι για λίγη ώρα: ποιο από τα δύο είναι, άραγε, πιο ωραίο, η Αγάπη ή ο Κτικάδος; Τι σημασία έχει, απαντώ στον εαυτό μου, αφού η Τήνος είναι γεμάτη καρτποσταλικά χωριά. Παραγγέλνω δεύτερη μπίρα και μαζί εισπράττω ένα πιάτο με ντόπια λούζα και ξερό λουκάνικο τηνιακό, και μπόνους μια ωραία, παλιά ιστορία.

Απο τη φρεσκοασβεστωμένη βεράντα αγναντεύεις τη θάλασσα
Η ταβέρνα η σωστή

Το κατάστημα ήταν, λέει, μεγαλομπακάλικο στις αρχές της δεκαετίας του ’40, που το πήρε στην κατοχή του ο Αντώνης Χαρικιόπουλος. Δεν ξέρω πότε μπήκε το πρώτο τηλέφωνο, αλλά πάντως ο πρώτος αριθμός ήταν 1095 – το γράφει στην παλιά επιγραφή που είναι μάλιστα διορθωμένη με μαρκαδόρο κι έχει ένα 2 μπροστά, που προφανώς προστέθηκε στην πορεία. «Που λες, λοιπόν, ο παππούς μου ο συνονόματος, ο Αντώνης, πουλούσε είδη μπακαλικής, καφέδες και κάνα ρακάκι. Αργότερα, το ‘69, όταν πήρε το μαγαζί ο πατέρας μου, ο Γιάννης, το επέκτεινε κι έβαλε μέσα, εκτός από είδη καθημερινής χρήσης και τρόφιμα, και ζωοτροφές, ενώ έγινε επίσης πρατήριο υγραερίου. Από εδώ ψώνιζαν όλα τα γύρω χωριά: Καρυά, Μουντάδος, Τριπόταμος, Σπεράδος, Χατζηράδος, Κιόνια, Ξινάρα, Κάμπος, Σμαρδάκιτο, Ταραμπάδος, Απεργάδος, Καλουμενάδος…». Τον διακόπτω, γιατί φοβάμαι ότι θα μου απαριθμήσει και τα 5 τρισεκατομμύρια χωριά της Τήνου και ζητώ ένα μπουκάλι παγωμένο νερό και να μου ετοιμάσουν κάτι να τσιμπήσω.

Ο κυρ Γιάννης ο Σπανός έμαθε να μαγειρεύει γιατί έπρεπε, και μαγειρεύει καλά

Η κυρά Λένη επιβλέπει και αποφασίζει αν τα πιάτα περνάνε το πάσο

Μου φέρνει άλλη μια μπίρα, γιατί η προηγούμενη έχει πια ζεσταθεί, και συνεχίζει: «Όταν άνοιξαν τα σούπερ μάρκετ, όλα αυτά χάθηκαν. Έτσι, το ’99 το μαγαζί έγινε μεζεδοπωλείο-ουζερί και στο διπλανό αποθηκάκι βάλαμε μερικά τοπικά προϊόντα προς πώληση. Αυτά τα έχουμε ακόμα: φύλλα κάπαρης και άγριες αγκινάρες στο λάδι, γλυκό λεμονάκι, πορτοκάλι, βύσσινο και άλλα. Τα πρώτα χρόνια μαγείρευε η μητέρα μου, η κυρά Λένη, όμως λόγω ενός προβλήματος με τα μάτια της αναγκάστηκε να μάθει κι ο πατέρας μου, και τώρα μαγειρεύει πια αυτός, μόνος του και δίχως επίβλεψη».

Κάποτε μεγαλομπακάλικο

Παραγγείλαμε λίγο απ’ όλα

Πώς δίχως επίβλεψη; Αφού η κυρά Λένη έχει καρφωμένα τα μάτια της πάνω του και νομίζω ότι μιλάνε τα βλέμματα – θα έπαιρνα, δε, όρκο πως τον κεραυνοβόλησε με μια ματιά του τύπου «τον νου σου μη χύσεις το λάδι» και δίχως να ανταλλάξουν την παραμικρή κουβέντα ο κυρ Γιάννης ο Σπανός -όπως είναι το παρατσούκλι του- έκανε μια ζεμπεκιά στον αέρα, πήδηξε μέσα από το τεζιάκι, όρμησε και βούτηξε το τηγάνι και ας πούμε ότι σώθηκε η παρτίδα – η ζημιά έγινε, βέβαια, μια στάμπα σε μέγεθος πορτοκαλιού επάνω στο χαλί, αλλά η κυρά Λένη δεν το πήρε χαμπάρι. 
Ήρθε κι η Έβελυν στο μεταξύ. Εγώ δε τη χόρταινα τη θέα, είχε ανοίξει και η όρεξή μου.

Κολοκυθοτυροκεφτέδες της ώρας

Η σιλουέτα της Σύρου φαίνονταν όλο καμπύλες ευθεία μπροστά μου, τα φύλλα της συκιάς στο διπλανό κηπάκι λικνίζονταν και μοσχοβολούσαν μια γλυκιά μυρωδιά, εγώ μασουλούσα βολάκι από την Αγάπη, είχα αρχίσει να πεινάω επικίνδυνα και αυτοί οι κεφτέδες μου είχαν σπάσει τη μύτη. Μας έφεραν λίγο απ’ όλα: αγκινάρα ξυδάτη, ντομάτες λιαστές σαλάτα με κάπαρη και λαδόξιδο, αμπελοφάσουλα, γιουβαρλάκια, μια μερίδα κεφτέδες και μια κολοκυθοτυροκεφτέδες, μελιτζάνες ιμάμ, γίγαντες, φουρτάλια χοντρή με πατάτες και λουκάνικο, και κουνέλι στιφάδο. Σκάσαμε. Η νοστιμιά τους μου θύμισε παλιές εποχές, ρετρό γεύσεις που μου είχαν λείψει, τροφές αληθινές με νοστιμιά αυθόρμητα σπιτίσια. «Δεν έχει ξεκινήσει ακόμα η σεζόν. Πιο μετά, το καλοκαίρι, ετοιμάζουμε και μερικά φαγητά ακόμα, ανάλογα τι θα βρούμε στη λαϊκή», λέει ο Αντώνης. Όταν αρχίσει κι έχει κόσμο το νησί κάνουν και μοσχαράκι κοκκινιστό και λεμονάτο, που είναι οι σπεσιαλιτέ τους, αγκινάρες αλα πολίτα, γεμιστά, μπακαλιάρο σκορδαλιά κ.α.

 

Αγνάντι

Κτικάδος, Τήνος
  • Τηλέφωνο : 22830-21.095
  • Τηλέφωνο : 6979-67.51.09
  • Ωράριο : Λειτουργεί όλο τον χρόνο από νωρίς το πρωί, αλλά προτείνουν να προηγηθεί τηλέφωνο. Επίσης, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας μπορούν να ετοιμάσουν πιτσούνι κοκκινιστό με ρύζι ή ό,τι άλλο φαγητό έχουμε όρεξη.
  • Κόστος : 15-18 ευρώ/άτομο, χωρίς τα ποτά

*Οι τιμές και το μενού των εστιατορίων είναι αυτά που ίσχυαν κατά τη χρονική περίοδο συγγραφής και δημοσίευσης του άρθρου και ενδέχεται να έχουν αλλάξει.

*Τα ρεπορτάζ αγοράς και τα προϊόντα που προτείνουμε στον Γαστρονόμο είναι επιλογές των συντακτών και δεν έχουν εμπορικό σκοπό ούτε αποφέρουν διαφημιστικό έσοδο.

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών