Σεισμοί, ηφαίστεια και φάβες

  • Η φάβα, το φάβα, ο φάβας, το κατσούνι, ο πίσε, ο άφκος, το κουρακάτσι: διαφορετικά ονόματα για τη φάβα ανάλογα με τον τόπο.
  • Ο καρπός προέρχεται από δύο διαφορετικά φυτά, το λαθούρι (Lathyrus sativus) και ένα είδος αρακά (Pisum sativum).
  • Ιδιότροπη καλλιέργεια, απαιτεί κοπιώδεις, ησιόδειες μεθόδους και μελτέμια για να μεστώσει ο καρπός. Αν επικρατεί υγρός νοτιάς, η παραγωγή πανελλαδικά πέφτει κατακόρυφα. Η φετινή χρονιά είχε αλλόκοτο καιρό και δεν θεωρείται από τις καλύτερες.
  • Οι νοστιμότερες φάβες της Ελλάδας προέρχονται από περιοχές είτε ηφαιστειογενείς είτε με έντονη σεισμική δραστηριότητα.
  • Η φάβα είναι εξαίρετη πηγή πρωτεΐνης, εξ ου και το ενδιαφέρον των Βορειοευρωπαίων για τη φάβα και δη την ελληνική, σε μια γενικότερη τάση μείωσης της κατανάλωσης του κρέατος.

Εκλεκτές ελληνικές «φάβες»

Το φάβα ή κατσούνι Αμοργού ΠΓΕ

Το πιο πρόσφατα πιστοποιημένο (ΠΓΕ) είδος φάβας. Ενδημικό της Αμοργού, της Σχοινούσας, της Ηρακλειάς και της Νάξου, είναι γνωστή με το όνομα «κατσούνι» (από το σχήμα του μικρού δρεπανιού που χρησιμοποιείται στον θερισμό του φυτού), ενώ το λένε και «κρέας του φτωχού», γιατί είναι ιδιαίτερα θρεπτικό. Δεν προέρχεται από λαθούρι, αλλά από ένα είδος αρακά (Pisum sativum). Στην Αμοργό παράγεται σε σχετικά μικρές ποσότητες από περίπου 70 μικροπαραγωγούς, σε πολλές διάσπαρτες, μικρές και επικλινείς εκτάσεις. Η καλλιέρ- γεια είναι αποκλειστικά ξερική, φυσική και γίνεται με μεθόδους χειρωνακτικές. Η γεύ- ση της είναι ασυνήθιστα γλυκιά και η υφή της απαλή και βελούδινη. Πολλοί Αμορ- γιανοί συσκευάζουν το φάβα που παράγουν και το διαθέτουν στους καλοκαιρινούς επισκέπτες τους.

Πού το βρίσκουμε

  • Kελάρι (με αποστολή πανελλαδικά).
  • Επίσης, παραγωγοί του νησιού διαθέτουν το προϊόν τους στους επισκέπτες ή το αποστέλλουν πανελλαδικά. Ενδεικτικά: Κώστας Πλακούτσης (Τ/22850-73.557, 6972- 245.818), Σταμάτης Σίμος (Τ/6932-473.001), Κώστας Νομικός (Τ/22850-72.255, 6974-411.036).

Το κατσούνι της Σχοινούσας

Διάσημη και πεντανόστιμη, από το είδος αρακά Pisum sativum, που και εδώ το λένε κατσούνι και είναι μικρόσπερμο, με μέγεθος όσο ένας κόκκος πιπεριού. Την καλλιερ- γούν 10-12 παραγωγοί, οι περισσότεροι νέοι σε ηλικία, με ξερική, φυσική καλλιέργεια και σε μικρές ποσότητες. Γλυκιά και λεία σαν κρέμα όταν μαγειρευτεί, η φάβα τούτη είναι από τις πιο εκλεκτές. Κάθε παραγωγός συσκευάζει τη δική του μικρή σοδειά και τη διαθέτει κυρίως στους καλοκαιρινούς επισκέπτες του νησιού. Σχεδόν η μισή ποσότητα, ωστόσο, που συσκευάζεται εξάγεται εκτός Σχοινούσας κυρίως από δύο παραγωγούς.

Πού το βρίσκουμε

  • Φάβα Σχοινούσας του Μανώλη Κωβαίου: e-bloko, Πρέκας, bio-fagos.gr, στα σούπερ μάρκετ Proton κ.α. Σερβίρεται στα εστιατόρια Μπαλκόνι στις Κυκλάδες (που ανήκει στην οικογένεια Κωβαίου), Cookoovaya, Travolta κ.ά.
  • Φάβα Σχοινούσας 8 Αδέρφια: Batavia Γεύσεις Ελλάδος, Ο Τσέλιγκας, e-shop elenianna.gr

 

Ο πίσε(ς) της Σκύρου

Η φάβα αυτή προέρχεται από λαθούρι, από την ποικιλία Lathyrus ochrus, και στη σκυριανή ντοπιολαλιά λέγεται «ο πίσε(ς)». Είναι ένα από τα δύο είδη φάβας που ευδο- κιμούν στο νησί – το άλλο είδος λέγεται «κουρακάτσι», είναι μικρόσπερμο, γλυκύτερο και με έντονο πορτοκαλί χρώμα. Όπως μας λέει ο Σκυριανός παραγωγός Μα- νώλης Τραχανάς, «παλιότερα ανακάτευαν μικρές ποσότητες από κουρακάτσι σε μεγαλύτερες ποσότητες από πίσε, για να δώσει ωραίο χρώμα και γλύκα». Το νησί άλλοτε φημιζόταν για τη μεγάλη του παραγωγή, που έφτανε τις δεκάδες τόνους, ωστόσο στα- διακά ατόνησε, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργήσιμων εκτάσεων μετατράπηκε σε βοσκοτόπια. Ο Μανώλης Τραχανάς εξακολουθεί να την καλλιεργεί σε μικρές ποσότητες από παλιό πατρογονικό σπόρο, με παραδοσιακές μεθόδους αλωνίσματος με τα μικρόσωμα σκυριανά αλογάκια που ο ίδιος εκτρέφει.

Πού το βρίσκουμε

Τον πίσε του παραγωγού Μανώλη Τραχανά τον βρίσκουμε σε μικρές ποσότητες στο Κτήμα Μουριές, που διατηρεί με την οικογένειά του στη Σκύρο, Τ/22220-93.555.

 

Ο άφκος της Λήμνου

Η παραγωγή του νησιού μέχρι και τη δεκαετία του ’60 ήταν σημαντικότατη, από επαγγελματίες παραγωγούς, και το προϊόν εξαγόταν και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η επίπονη όμως καλλιέργεια έδιωξε τις νεότερες γενιές από τα χωράφια, μέχρι το 2010, οπότε ο Χρήστος Σαλαμουσάς αναβίωσε στην ανατολική Λήμνο (περιοχές Μούδρος, Ρωμανού και Καμίνια) την τοπική αυτή καλλιέργεια της ποικιλίας Lathyrus ochrus, τον άφκο, όπως τον λένε στη Λήμνο, τον ντόπιο σπόρο δηλαδή, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, πιστοποιώντας μάλιστα και το DNA του από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης για την εντοπιότητά του. Από το 2017 oι γιοι του Χρήστου, Παναγιώτης και Στέργιος, τυποποιούν το παραδοσιακό αυτό προϊόν και το διαθέτουν σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στη Γερμανία, την Αυστρία και τη Γαλλία. Εδώ και έναν χρόνο μάλιστα, εκτός από τις κλασικές συσκευασίες σε πλαστικό, ο άφκος «Σαλαμουσάς» διατίθεται και σε υφασμάτινα, οικολογικά και πλήρως ανακυκλώσιμα σακουλάκια.

Πού τον βρίσκουμε:

Άφκος «Σαλαμουσάς», Τ/22540- 71.404. Ενδεικτικά: 4 Seasons, Καραμανλίδικα του Φάνη, Περί Λέσβου, Μανδραγόρας, οπωροπωλείο Α2, Olicatessen, Κάπαρη κ.ά. Σερβίρεται και σε αρκετά εστιατόρια, όπως στα Καραμανλίδικα του Φάνη, στο Μαγαζάκι που Λέγαμε (Ιωάννινα), Αλευρόμυλος (Μήλος), Γρηγόρης (Βάρη) κ.ά.

 

Ο φάβας της Ζακύνθου

Πέντε παραγωγοί όλοι κι όλοι καλλιεργούν πλέον τον φάβα Ζακύνθου (όπως λένε τη φάβα στο νησί), όλοι από παλιούς πατρογονικούς σπόρους. Η καλλιέργεια είναι παλιά, κάποτε γινόταν σε πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις και το προϊόν ήταν φημισμένο και εξαίρετο. Σήμερα περιορίζεται στις πεδινές περιοχές Αμπελόκηποι, Γερακαρίο, Καλαμάκι και Σαρακηνάδο και κυμαίνεται από 5 έως 15 τόνους ετησίως, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες κάθε χρονιάς. Αυτή η φάβα προέρχεται από λαθούρι, είναι μεγαλόσπερμη, με ωχρό, κιτρινωπό χρώμα, εξαιρετικά βραστερή και με απαλή γεύση. Αν και οι παραγωγοί συσκευάζουν κάποιες ποσότητες, δεν τη διαθέτουν σε καταστήματα εκτός Ζακύνθου, μπορούμε όμως να την αναζητήσουμε σε όλα τα μπακάλικα και σούπερ μάρκετ του νησιού ή να την παραγγείλουμε.

Πού τον βρίσκουμε

Ενδεικτικά: Παντοπωλείο Άννας και Δημήτρη Πάτρα (Τ/26950- 42.404). Αποστολή σε όλη την Ελλάδα.

 

Η φάβα Φενεού ΠΓΕ

Στο κλειστό οροπέδιο του Φενεού στην ορεινή Κορινθία, που αποτελεί τον πυθμένα αρχαίας λίμνης και έχει ιδανικό μικροκλίμα για καλλιέργεια οσπρίων, παράγεται εξαιρετική φάβα από το λαθούρι Lathyrus ochrus, με πιστοποίηση ΠΓΕ από το 2018. Καλλιεργείται με φυσικά μέσα, με τις μεθόδους και την πείρα των ντόπιων εργατών γης, που γνωρίζουν π.χ. τον τρόπο βοτανίσματος και συγκομιδής. Μία από τις νοστιμότερες που δοκιμάσαμε ήταν η φάβα Φενεού της μικρής οικοτεχνίας Δικότυλον, που παράγεται με πρωτοπόρες τεχνικές, μία εκ των οποίων (σε συνεργασία με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθήνας) είναι η οικολογική απεντόμωση σε θαλάμους χαμηλών θερμοκρασιών για 48 ώρες. Εξαιρετικά γευστική, βραστερή και με θαυμάσιο χύλωμα.

Πού τη βρίσκουμε

Τη φάβα Δικότυλον βρίσκουμε ενδεικτικά στα: Αύρα, Olicatessen, Παντοπωλείον της Μεσογειακής Διατροφής, Ελληνικά Καλούδια, Καταλαχού, My Market.

 

Η φάβα Σαντορίνης ΠΟΠ

Η διασημότερη ελληνική φάβα με ιστορία άνω των 3.000 ετών, όπως έδειξε η ανάλυση του DNA των σπόρων που βρέθηκαν στις ανασκαφές στο Ακρωτήρι. Πρόκειται για φάβα από λαθούρι, του ψυχανθούς Lathyrus clymenun L., της οποίας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά οφείλονται τόσο στην αρχαιότητα του σπόρου όσο και στο ιδιαίτερο ηφαιστειογενές έδαφος του νησιού και το κυκλαδίτικο κλίμα. Είναι εξαιρετικά βραστερή, με έντονα συμπυκνωμένη νοστιμιά, και αφήνει μια σπάνια γλυκύτητα στην επίγευση, ιδιαίτερα αν δεν ανακατευτεί καθόλου στο (σύντομο) μαγείρεμά της. Καλλιεργείται σε περιοχές του νησιού με βραστερά χωράφια, όπως στον κάμπο της Γωνιάς, στον Εξωμύτη, στον Βουρβούλο, κι αν ο παραγωγός επιλέξει ορθές καλλιεργητικές πρακτικές, το τελικό προϊόν είναι πραγματικά έξοχο. Μία από τις νοστιμότερες που δοκιμάσαμε είναι η φάβα του παραγωγού Γιάννη Νομικού (που καλλιεργεί και άλλα τοπικά προϊόντα, όπως κάππαρη και άνυδρο ντοματάκι Σαντορίνης ΠΟΠ), καθετοποιημένης παραγωγής έως το στάδιο της τυποποίησης και της διανομής.

Πού τη βρίσκουμε

  • Τη φάβα του Γιάννη Νομικού με την επωνυμία Santo Volcano Fava
  • Nomikos Estate θα βρούμε ενδεικτικά στα Άρκευθος, Παντοπωλείον της Μεσογειακής Διατροφής, Εδώδιμον, Παντοπωλείο Θεσσαλονίκης, Θανόπουλος, Olicatessen, e-shop atlantea κ.ά.
  • Φάβα Santo (του Αγροτικού Συνεταιρισμού Σαντορίνης) βρίσκουμε στα ΑΒ και σε πολλά παντοπωλεία. Ενδεικτικά: Yoleni’s, e-bloko κ.ά.

 

Πού αλλού καλλιεργείται φάβα;

Φάβα, σχεδόν πάντα από λαθούρι, καλλιεργείται και σε άλλες περιοχές της χώρας, κυρίως στη ζώνη μεταξύ Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας

 

Το ξέρατε;

  • Η καλλιέργεια της φάβας είναι ένα ταξίδι στον χρόνο. Σχεδόν τα πάντα γίνονται με τα χέρια, από το «νιάσιμο», όπως λένε στην Αμοργό το ξεβοτάνισμά της, μέχρι το όργωμα με άροτρο ή αξίνα και το λίχνισμα. Δεν γίνεται όμως διαφορετικά, αφού, ιδίως στα νησιά, οι κλήροι είναι μικροί, ανάμεσα σε ξερολιθιές. Πώς να φτάσει εκεί το τρακτέρ;
  • Το μάζεμα του καρπού της φάβας γίνεται το πρωί με την «απαλάδα», όπως λένε στις Κυκλάδες, την πρωινή δροσιά δηλαδή, που μαλακώνει λιγάκι το λουβί για να μη σπάσει.
  • Ακόμη και το σπάσιμο του καρπού γίνεται συχνά στον πέτρινο χερόμυλο. Έχει προηγηθεί ο θερισμός με το δρεπάνι, το αλώνισμα, το λίχνισμα και το κοσκίνισμα. Ακολουθεί η αποθήκευση, με ιδανικό υλικό το ύφασμα – μια μαξιλαροθήκη ή μια πάνινη σακούλα είναι ό,τι πρέπει.
  • «Κάποιο λάκκο έχει η φάβα», λέμε, αλλά γιατί; Η φάβα απορροφά στο πιάτο τόσο λάδι, που δεν μπορεί, κάποια λακκουβίτσα υπάρχει και χάνεται εκεί τόση ποσότητα!

 

Η κλασική φάβα και πώς θα πετύχει

  • Η φάβα δεν χρειάζεται μούλιασμα. Το µόνο που χρειάζεται να προσέξουµε είναι το επιµελές πλύσιµό της σε σουρωτήρι κάτω από τρεχούµενο νερό. Καλού κακού, προτού την πλύνουµε, την καθαρίζουµε, δηλαδή αποµακρύνουµε τυχόν ξένα σώµατα (πετραδάκια, κοµµάτια από άχυρα κ.λπ.).
  • Αυστηρή αναλογία φάβας-νερού δεν υπάρχει: αν η φάβα είναι ευκολόβραστη, ακολουθούµε την αναλογία 1:3, δηλαδή 1 φλιτζάνι φάβα – 3 φλιτζάνια νερό. Διαφορετικά, µπορεί να χρειαστεί περισσότερο νερό.
  • Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο όσπριο, τη φάβα πρέπει να την ξαφρίσουμε καλά για όση ώρα σχηματίζεται αφρός στην επιφάνεια του υγρού (συνήθως για τα πρώτα 10 – 15 λεπτά). Μετά τη βράζουμε σε χαμηλή φωτιά, χωρίς να σκεπάσουμε την κατσαρόλα, γιατί φουσκώνει και μπορεί να ξεχειλίσει.
  • Αντίθετα με ό,τι πιστεύουν πολλοί, είναι καλό να μην την ανακατεύουμε, γιατί
    έτσι βγάζει το άμυλό της και κινδυνεύει να κολλήσει. Ανακατεύουμε μόνο στο τέλος, όταν πια η φάβα έχει πιει τα υγρά της, μαλακώσει και σχεδόν διαλυθεί, για να γίνει σαν πουρές.
  • Για να αποκτήσει βελούδινη υφή, περνάμε τη φάβα από μύλο ή μπλέντερ.
  • Αν δεν τη σερβίρουμε αμέσως, καλό είναι να την κάνουμε σχετικά ρευστή, γιατί, όσο µένει, πήζει.

 

Ταιριαστά μυρωδικά και μπαχαρικά

Ρίγανη, μαϊντανός, δυόσμος, θυμάρι, βασιλικός, σχοινόπρασο, κόλιανδρος (ξερός και φρέσκος), κύμινο, μαχλέπι (ελάχιστο), μαστιχέλαιο (με προσοχή), μπούκοβο, πάπρικα, τσίλι, μαυροκούκι.

Τα 4 «κορίτσια» της Σαντορίνης

Ανάλογα µε το… ρόλο που παίζει το κρεµµύδι στη συνταγή, η φάβα στη Σαντορίνη χαρακτηρίζεται: ελεύθερη, λογοδοσµένη, αρραβωνιασµένη ή παντρεµένη!

Ελεύθερη: Το κρεµµύδι δεν µαγειρεύεται µε τη φάβα, αλλά τη συνοδεύει στο σερβίρισµα. Βράζουμε τη φάβα και στο τέλος τη γαρνίρουμε με 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο ή, πιο παραδοσιακά, τη σερβίρουμε και τη συνοδεύουμε στο πλάι με 1 κρεμμύδι κομμένο στα 4 (όπως κάνουν ορισμένοι με τη φασολάδα).

Λογοδοσµένη: Το κρεµµύδι βράζει µαζί µε τη φάβα. Μαγειρεύουμε τη φάβα και μετά το ξάφρισμα προσθέτουμε 2 μέτρια κρεμμύδια καθαρισμένα και ψιλοκομμένα. Στο τέλος πολτοποιούμε τη φάβα με τα κρεμμύδια.

Αρραβωνιασµένη: Σοτάρουμε 2 κρεμμύδια κομμένα σε ψιλά καρέ σε 100 ml ελαιόλαδο σε χαμηλή προς μέτρια φωτιά για περίπου 10 λεπτά. Βάζουμε τη φάβα να βράσει και, αφού την ξαφρίσουμε, προσθέτουμε τα κρεμμύδια και συνεχίζουμε κανονικά το μαγείρεμα.

Παντρεμένη: Ρίχνουµε τη βρασµένη φάβα στο σκεύος όπου έχουμε τσιγαρίσει ψιλοκομμένα κρεμμύδια και ανακατεύουμε. Κάποιοι την παντρεμένη την κάνουν ανακατεύοντας τη φάβα με κρεμμυδάτη σάλτσα ντομάτας.

Δείτε 15 λαχταριστές συνταγές με φάβα:

Βραβεία Ποιότητας

Δες ανά κατηγορία τα βραβεία των προηγούμενων ετών